Ε: Τι γίνεται με τον τρομακτικό υπολογιστή «Θηρίο» και γενικά με τον κόσμο των υπολογιστών, όπου προστέθηκε και το «αντίχριστο» Διαδίκτυο;

Α: Ξέρετε, στη βιβλιογραφία που περιγράφει όλους αυτούς τους «τρόμους» υπάρχουν πάρα πολλές, ομολογουμένως, κωμικές υπερβολές. Πάντα διαβάζω με ιδιαίτερη τρυφερότητα άρθρα στα οποία ο υπολογιστής αποκαλύπτεται ως δημιούργημα του διαβόλου. Είναι μάλιστα ιδιαίτερα αστείο να διαβάζει κανείς ένα τέτοιο άρθρο σε εφημερίδα που έχει στοιχειοθετηθεί σε υπολογιστή ή σε φυλλάδιο που επίσης έχει παραχθεί με υπολογιστή. Αυτό ξυπνά ένα υγιές αίσθημα χιούμορ. Αν όμως μιλήσουμε σοβαρά, το ζήτημα, όπως έχω ήδη πει, βρίσκεται στις προθέσεις, στον τρόπο χρήσης όλων αυτών των πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των υπολογιστών.

Ε: Και παρ’ όλα αυτά, πώς θα πρέπει να συμπεριφέρεται ένας άνθρωπος που ειλικρινά δεν θέλει να υποκύψει στην πλάνη του αντιχρίστου;

Α: Κάθε άμυνα πρέπει να οικοδομείται σύμφωνα με την αρχή: «Τοῦτο τὸ γένος ἐκπορεύεται διὰ νηστείας καὶ προσευχῆς». Η νηστεία είναι ένα αρνητικό πρόγραμμα, αποχή από κάτι, συμπεριλαμβανομένης και της αποχής από την κατανάλωση πληροφοριακών «μακντόναλντ», από έτοιμα σχήματα και στερεότυπα. Η προσευχή, αντίθετα, είναι δημιουργία, πλήρωση, έργο θετικό. Η νηστεία, πρώτον, πρέπει να συνίσταται στην αποφυγή κάθε πρακτικής που συνδέεται με εισβολή στην ανθρώπινη ψυχή. Κατά κύριο λόγο εδώ εννοούνται οι ψευδοϊατρικές πρακτικές. Χημειοθεραπεία, ναι· χειρουργική, ναι· δηλαδή εργασία πάνω στο σώμα, εκεί όπου δεν επιτρέπεται να εισέλθει στο υποσυνείδητό σας μια ξένη συνείδηση. Να θεραπεύεστε με τέτοιον τρόπο ώστε να μη μένει η ψυχή σας ορθάνοιχτη, ώστε να μη μπαίνει και να μη χώνεται εκεί οτιδήποτε άγνωστο και απροσδιόριστο. Δεύτερον, αποφυγή κάθε είδους διαλογιστικών τεχνικών, μάντρα, mind control. Να φοβάστε ό,τι σας αφαιρεί τον έλεγχο της συνείδησής σας. Να φοβάστε τη βύθιση στον κόσμο του ασυνείδητου, στον κόσμο απρόσωπων, αποκρυφιστικών και κοσμικών ενεργειών και επιπλέον, νομίζω ότι σήμερα κάθε σοβαρός άνθρωπος το καταλαβαίνει αυτό, χρειάζεται μεγάλη απόσταση από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και συνεχής παρατήρηση του εαυτού μας: μήπως μετατρέπομαι εγώ ο ίδιος, οι πεποιθήσεις μου, ο κόσμος μου, η γλώσσα μου, απλώς σε ένα αποτύπωμα που το διαμορφώνει η τηλεόραση «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν» της. Όταν πραγματοποίησα μερικές συναντήσεις με δόκιμους που φοιτούν σε κλειστό σχολείο χωρίς ελεύθερη πρόσβαση στην τηλεόραση, ένιωσα ότι στα μέσα του 21ου αιώνα θα περάσει ανάμεσα στους ανθρώπους ένα όριο σχεδόν τόσο εμφανές όσο σήμερα το όριο ανάμεσα στις φυλές. Όπως σήμερα είναι εύκολο να ξεχωρίσει κανείς έναν μαύρο στους δρόμους, έτσι και στην επόμενη γενιά μέσα στο πλήθος θα ξεχωρίζουν οι άνθρωποι που δεν θα φέρουν τη σφραγίδα της τηλεθέασης. Θα έχουν απλώς άλλα πρόσωπα, άλλα μάτια, άλλες ψυχές.

Ε: Μιλήσαμε μαζί σας για τη βιβλιογραφία όπου η κατανόηση της Αποκάλυψης και των γεγονότων που συνδέονται με το τέλος του κόσμου δεν σνδέεται με την πραγματική ζωή του κόσμου. Θα μπορούσατε να μας προτείνετε κάποια βιβλία που, κατά τη γνώμη σας, αξίζει να διαβαστούν;

Α: Μου φαίνεται ότι, ως είσοδος σε αυτή τη θεματική, θα ήταν χρήσιμο να γνωρίσει κανείς τα παραμύθια «Η Τελευταία Μάχη» από τον κύκλο «Τa Χρονικά της Νάρνια» και «Το Διαζύγιο του Ουρανού και της Κόλασης» του Κλάιβ Λιούις. Στη συνέχεια, το μυθιστόρημα του Τσέστερτον «Η Σφαίρα και ο Σταυρός», καθώς και η «δυστοπική» κλασική λογοτεχνία, όπως ο Όργουελ και ο Ζαμιάτιν. Στο επόμενο στάδιο θα μπορούσαν να διαβαστούν οι «Τρεις Διάλογοι» του Βλαντίμιρ Σολοβιόφ, μαζί με τη συμπεριλαμβανόμενη σε αυτούς διήγηση περί του αντιχρίστου. Και έπειτα, από τη σύγχρονη λογοτεχνία, ήδη καθαρά ορθόδοξη, θα συνιστούσα το βιβλίο του πατέρα Σεραφείμ (Ρόουζ) «Η Ορθοδοξία και η θρησκεία του μέλλοντος» καθώς και τα έργα του Λέοντος Τιχομίροφ.

Ε: Έχει τρομερή βαρύτητα η σκέψη για το τέλος του κόσμου…

Α: Και γιατί σας τρομάζει τόσο αυτή η έννοια του τέλους; Διότι το τέλος – τέλος, δηλαδή «σκοπός» – δεν σημαίνει μόνο παύση, αλλά και ολοκλήρωση, πληρότητα, επίτευξη του σκοπού. Επομένως, αν αποδεικνύεται ότι η ιστορία έχει τέλος, σημαίνει ότι έχει και νόημα. Αν δεν είχε τέλος, τότε, κατά τα λόγια του Ντοστογιέφσκι, θα έμοιαζε με ένα «βαριετέ[1] του διαβόλου»: μια ατέρμονη κίνηση που δεν οδηγεί πουθενά, επειδή δεν έχει πού να οδηγήσει. Με το ότι ο Χριστιανισμός διακηρύσσει το τέλος της ιστορίας, σώζει την ίδια την ιδέα της ιστορίας, επιβεβαιώνοντας ότι μέσα της υπάρχει νόημα. Έτσι, όταν μιλάμε για το τέλος του κόσμου, προϋποθέτουμε τη θετικότητα της ιστορίας. Αυτό δεν είναι ιστορικός μηδενισμός. Βεβαίως, καταλαβαίνω πολύ καλά ότι στη χριστιανική φιλοσοφία της ιστορίας, όπως και γενικότερα στη χριστιανική κατανόηση του ανθρώπου, υπάρχουν πολλά λευκά σημεία, ακόμη και αντιφάσεις ή ασάφειες. Για παράδειγμα, δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο αν στην ιστορία λαμβάνει χώρα πρόοδος ή παρακμή. Ο χριστιανός έχει το δικαίωμα να σκέφτεται και με τον έναν και με τον άλλο τρόπο. Ωστόσο, για τον Χριστιανισμό μπορεί να ειπωθεί ό,τι είχε πει κάποτε ο Τσώρτσιλ για τη δημοκρατία: «Η δημοκρατία είναι κάτι φοβερό, αλλά όλα τα άλλα είναι χειρότερα». Ο Χριστιανισμός, από φιλοσοφική άποψη, είναι ένα σύστημα σκέψης που ίσως δεν είναι πάντοτε ευθύγραμμο, ίσως δεν είναι αρκετά λογικό, ίσως δεν είναι πάντοτε πειστικό· όμως όλα τα άλλα είναι χειρότερα, όλα τα άλλα είναι πιο απάνθρωπα.

Ε: Ναι, αλλά στο βιβλίο σας για τον αντίχριστο γράφετε: «Ο Χριστιανισμός είναι πεπεισμένος για την ιστορική του ήττα». Τι λοιπόν μας απομένει να πούμε στους αμφιβάλλοντες, με τι να απευθυνθούμε στους αναγνώστες;

Α: Με το ερώτημα: «Τι θέλει να κερδίσει ο άνθρωπος;». Τι φοβάται ότι θα χάσει και τι ονειρεύεται να κερδίσει; Αν ο άνθρωπος θέτει ως στόχο του να κερδίσει υλική εξουσία, υλικές απολαύσεις και διασκεδάσεις, τότε βεβαίως, αν συνδεθεί με την Ορθόδοξη Εκκλησία, θα τα χάσει όλα. Αν όμως ο άνθρωπος θέλει να «κερδίσει» την ψυχή του, τότε αυτό είναι μαζί μας, σύμφωνα με τον λόγο του Ευαγγελίου: «Τι γαρ ωφεληθήσεται άνθρωπος, εάν τον κόσμον όλον κερδίση, και ζημιωθή η ψυχήν αυτού;» (Ματθ. 16, 26). Και η ψυχή μπορεί να προστατευθεί μόνο αν πλημμυρίσει ολοκληρωτικά από την Αιωνιότητα, από την πληρότητα του Είναι, από την πληρότητα του Νοήματος, από την πληρότητα της Χαράς. Και όλα αυτά είναι δυνατά, είμαι βαθιά πεπεισμένος, μόνο μέσα στην Ορθοδοξία. Δεν θα ήθελα αυτό να ακουστεί ως διαφήμιση. Κάθε ορθόδοξος άνθρωπος θα πει: «Όχι, ούτε στην Εκκλησία όλα είναι έτσι, όλα δεν είναι όπως πρέπει». Είναι πολύ δύσκολο, πολύ επώδυνο να είσαι ορθόδοξος. Και όταν καλούμε κάποιον στην Ορθοδοξία, τον προειδοποιούμε ότι δεν τον καλούμε σε ένα ατελείωτο «συμπόσιο της ζωής», ούτε σε ένα «πικνίκ στο περιθώριο» του πολιτισμού. Τον καλούμε σε μάχη. Και σε αυτή τη μάχη θα πονέσει και θα είναι δύσκολα: και το ίδιο σου το άλογο θα επαναστατεί και χτυπήματα θα δέχεσαι. Και το πιο θλιβερό είναι ότι σε αυτή τη μάχη μερικά βέλη έρχονται από πίσω και εκεί όπου θα περίμενες να βρεις στήριγμα, ανακαλύπτεις κενό. Έχουμε κάθε λογής οδύνη. Όμως η κατάσταση είναι απολύτως ξεκάθαρη: με την Εκκλησία η ψυχή δυσκολεύεται αφόρητα, αλλά χωρίς Αυτήν είναι εντελώς ανυπόφορα.

Ε: Δηλαδή ο ουρανός απομακρύνεται, αλλά παρ’ όλα αυτά πρέπει να τον επιδιώκουμε;

Α: Βεβαίως. Ή, ξέρετε, ίσως ούτε καν έτσι. Ο ουρανός στην πραγματικότητα πάντα πλησιάζει, γιατί ο ουρανός έχει μία μόνο επιθυμία: να χυθεί στη γη σαν βροχή. Αλλά οι άνθρωποι ανοίγουν διαρκώς τις ομπρέλες τους και με αυτές τις ομπρέλες τρυπούν τον ουρανό. Τι λοιπόν κατηγορούμε τον ουρανό; Κλείσε την ομπρέλα σου!



[1] Παράσταση.



ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ

Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top