Η μονομερής επιβολή του λεγόμενου αναθεωρημένου Ιουλιανού ημερολογίου από την ιεραρχία της κρατικής Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, στις 10 Μαρτίου 1924 παλαιού ημερολογίου, προκάλεσε ρήγμα μεταξύ των Ελλήνων Ορθοδόξων, το οποίο διαρκεί έως σήμερα. Σχεδόν αμέσως μετά την εφαρμογή της αλλαγής, μεγάλα πλήθη πιστών, πολλοί εκ των οποίων απλοί αλλά εξαιρετικά ευσεβείς άνθρωποι, καθώς και πρόσωπα με σημαντικές γνώσεις θεολογίας και εκκλησιαστικής ιστορίας, αντέδρασαν σε αυτό που θεωρούσαν αδικαιολόγητη καινοτομία, ξένη προς το πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Οι παλαιοημερολογίτες, όπως αποκαλούνταν κάπως περιφρονητικά, αρνήθηκαν αποφασιστικά να εγκαταλείψουν το αρχαίο εορτολόγιο της Εκκλησίας, που βασίζεται εν μέρει στο παλαιό ή Ιουλιανό ημερολόγιο, και να υιοθετήσουν το αναθεωρημένο ή νέο ημερολόγιο που επιβλήθηκε στη Δυτική Εκκλησία από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄ τον 16ο αιώνα. Στον υπολογισμό ορισμένων εορτών της Εκκλησίας, ενίσχυσαν την άρνησή τους να αποδεχτούν μια τέτοια καινοτομία, επικαλούμενοι εκκλησιαστικές συνόδους που καταδίκασαν κατηγορηματικά το παπικό ημερολόγιο και υπερασπίστηκαν το παραδοσιακό ημερολόγιο των Πατέρων της Εκκλησίας. Σε παρένθεση, έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος, ο οποίος γεννήθηκε δύο χρόνια πριν από τον Άγιο Χρυσόστομο, το 1868, καταγόταν από την ίδια ακριβώς πόλη, τη Μάδυτο της Θράκης. Οι επισκοπικές τους πορείες δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικές. Εκείνο όμως που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι ότι, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος έζησε σε κάποιο βαθμό μέσα στην ευμάρεια και κατείχε αξίωμα μεγάλης ισχύος και επιρροής, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, όπως και ο κοινός τους προστάτης Άγιος, υπέστη τριπλή εξορία και μεγάλες κακουχίες από τις αρχές. Εκείνοι που αντιστάθηκαν αρχικά στην καινοτομία αποτελούνταν αποκλειστικά από λαϊκούς. Έπειτα, περίπου έξι μήνες μετά την αλλαγή του ημερολογίου, δύο ιερείς επανήλθαν στο παραδοσιακό εορτολόγιο, και στη συνέχεια προστέθηκαν και άλλοι κληρικοί. Φρικτό είναι να αναφερθεί ότι οι αρχές, κατόπιν υποκίνησης της κρατικής Εκκλησίας, εξαπέλυσαν κατά του παραδοσιακού ποιμνίου διωγμό αδιανόητα άγριο και απάνθρωπο, ακόμη και βλάσφημο, σε σημείο ώστε η αστυνομία να βεβηλώσει περισσότερες από μία φορές τα Άγια Μυστήρια που τελέσθηκαν από παλαιοημερολογίτες ιερείς. Παρ’ όλα αυτά, το 1926, η νεοσύστατη Ιερά Ένωσις Ζηλωτών του Αγίου Όρους άρχισε να συνεργάζεται στενά με εκείνο που έγινε γνωστό ως η ελληνική θρησκευτική κοινότητα των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, με αποτέλεσμα να έρχονται ζηλωτές ιερείς από το Άγιον Όρος για να καλύπτουν τις θρησκευτικές ανάγκες του λαού. Οι αγιορείτες μοναχοί διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στα πρώτα χρόνια του κινήματος. Ωστόσο, παρότι υπήρχαν για τη λειτουργική και ποιμαντική εξυπηρέτηση του μικρού ποιμνίου, το ηρωικό αυτό κίνημα στερείτο ιεραρχικής εποπτείας και ηγεσίας, χωρίς τις οποίες υπήρχε σοβαρός κίνδυνος σχίσματος και αταξίας, για να μη μιλήσουμε για υπερβάλλοντα ζήλο ου κατ΄ επίγνωση. Όπως και ο ίδιος ο Κύριος, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος σπλαχνίσθηκε αυτούς, διότι ήταν καταβεβλημένοι και εγκαταλελειμμένοι, ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα.
Κατά τη Θεία Λειτουργία της Κυριακής της Σαμαρείτιδος, στις 13 Μαΐου 1935 παλαιού ημερολογίου, στον Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην περιοχή Κολωνού Αθηνών, στην οποία παρέστησαν περισσότεροι από 25.000 πιστοί με τη συμμετοχή όλων των παλαιοημερολογιτών ιερέων, οι προαναφερθέντες Μητροπολίτες Χρυσόστομος και Γερμανός, μαζί με τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο Ζακύνθου, δήλωσαν επίσημα και δημόσια ότι αποτειχίζονται από την ιεραρχία της κρατικής Εκκλησίας. Ο Μητροπολίτης Γερμανός επαίνεσε τους παλαιοημερολογίτες αγωνιστές για το θάρρος και την αντοχή τους λόγω της υιοθέτησης του νέου ημερολογίου από την κρατική εκκλησία, μετά από φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια και κάθε είδους κακουχίες. Στη συνέχεια, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Φλωρίνης ανέγνωσε εγκύκλιο προς τον ευσεβή ελληνικό ορθόδοξο λαό σχετικά με το εκκλησιαστικό ημερολόγιο. Την επόμενη ημέρα, οι τρεις Μητροπολίτες απέστειλαν διαμαρτυρία και δήλωση προς την ιεραρχία της επίσημης Εκκλησίας, δηλώνοντας επισήμως ότι διακόπτουν την εκκλησιαστική κοινωνία με την κρατική Εκκλησία της Ελλάδος όσο αυτή ακολουθεί το νέο ημερολόγιο και ότι αναλαμβάνουν την ηγεσία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, δηλαδή των παλαιοημερολογιτών. Κατέληγαν δε με την έκκληση προς την κρατούσα ιεραρχία της Νεοημερολογίτικης Εκκλησίας να επαναφέρει το Ιουλιανό ημερολόγιο προς αποκατάσταση της Ορθοδοξίας και για την ειρήνη της Εκκλησίας και του έθνους. Προβλέποντας ότι κατά πάσα πιθανότητα θα τιμωρηθούν από την κρατική Εκκλησία για αυτή την πράξη συνειδήσεως, οι Μητροπολίτες προχώρησαν, πριν ληφθούν μέτρα εναντίον τους, στη χειροτονία τεσσάρων Αρχιμανδριτών σε επισκόπους. Αυτοί ήταν ο Γερμανός Κυκλάδων, ο Πολύκαρπος Διαυλείας, ο Χριστόφορος Μεγάρων και ο Ματθαίος Βρεσθένης. Όλοι αυτοί οι νεοχειροτονηθέντες ιεράρχες, ιδίως ο πρώτος και ο τέταρτος, ο Γερμανός και ο Ματθαίος, και ιδιαίτερα ο Ματθαίος, αποδείχθηκαν όχι μόνο διχαστικοί για το παλαιοημερολογιτικό κίνημα, αλλά και υπονόμευσαν την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία της μαρτυρίας του, λόγω της ακραίας εκκλησιολογίας που πρέσβευαν. Ως αντίποινα για την γενναία πράξη συνειδήσεώς τους, οι τρεις Μητροπολίτες καθαιρέθηκαν από την κρατική Εκκλησία, υποβιβάστηκαν στο βαθμό του μοναχού και καταδικάστηκαν σε πενταετή εξορία σε διάφορες απομακρυσμένες μονές. Με τη μεσολάβηση ενός συμπονετικού υπουργού της κυβέρνησης, οι Μητροπολίτες Χρυσόστομος και Γερμανός απελευθερώθηκαν πρόωρα από την εξορία τον Οκτώβριο του 1935. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος εκμεταλλεύθηκε την ελευθερία του για να επισκεφθεί τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Αντιοχείας, τα οποία είχαν διατηρήσει το εκκλησιαστικό ημερολόγιο, προκειμένου να εξασφαλίσει τη στήριξή τους για τη σύγκληση γενικής συνόδου ολόκληρης της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς επίλυση του ημερολογιακού ζητήματος. Από αυτό διαφαίνεται ότι ο Άγιος Χρυσόστομος διέθετε ευρύ και, με τη θετική έννοια του όρου, οικουμενικό φρόνημα, στο μέτρο που ενδιαφερόταν για την ενότητα και την ευημερία της Ορθοδόξου Εκκλησίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό άλλωστε σημαίνει ο όρος «οικουμενικός», την οικουμένη. Όπως θα δούμε, υπήρξε έντιμος πατριώτης, αλλά ποτέ δεν επέτρεψε στην ειλικρινή αγάπη που έτρεφε για την πατρίδα του να υπερισχύσει των συμφερόντων της Ορθοδοξίας στο σύνολό της. Εφόσον ο πατήρ Γεώργιος θα παρουσιάσει αναλυτικά την εκκλησιολογία του Αγίου Χρυσοστόμου στην επόμενη διάλεξη, θα περιοριστώ προς το παρόν σε μια συνοπτική αναφορά των βασικών εξελίξεων στην ηγεσία του Παλαιοημερολογιτικού Κινήματος.
Κλείνοντας το βιογραφικό μέρος της διάλεξής μου, θα αναφερθώ στην αγία κοίμησή του, κατά τη διάρκεια της οποίας θα παραθέσω ορισμένα περιστατικά που φωτίζουν την σεβάσμια και γλυκύτατη προσωπικότητά του.
Μέχρι το 1937, όλα έδειχναν να εξελίσσονται ευνοϊκά για τους παλαιοημερολογίτες. Τελούσαν πλέον υπό την αξιοθαύμαστη καθοδήγηση δύο ιδιαιτέρως διακεκριμένων, λογίων και εύγλωττων Μητροπολιτών, του Χρυσοστόμου και του Γερμανού. Αριθμώντας πάνω από ένα εκατομμύριο οπαδούς, διέθεταν περισσότερες από 800 ενορίες ή κοινότητες σε ολόκληρη την Ελλάδα και εξέδιδαν τακτικά δύο εφημερίδες, τον «Κήρυξ  των Ορθόδοξωνν» και την «Φωνήν της Ορθοδοξίας». Τον Ιούνιο του 1937, ωστόσο, ξέσπασε περίοδος σύγχυσης και αστάθειας, όταν οι δύο Μητροπολίτες απέστειλαν επιστολή στον πατέρα Μάρκο Χανιώτη, ζηλωτή, αλλά κάπως φανατικό μοναχό, ο οποίος δεν δεχόταν ότι τα μυστήρια των νεοημερολογιτών είχαν τη χάρη, θεωρώντας τα άκυρα και ανένεργα. Στην επιστολή αυτή, οι Μητροπολίτες διατύπωσαν μια μετριοπαθή εκκλησιολογία, υποστηρίζοντας ότι έως ότου οι νεοημερολογίτες καινοτόμοι δικασθούν και καταδικασθούν από Πανορθόδοξη ή έστω μείζονα Τοπική Σύνοδο, είναι μόνο δυνάμει και όχι ενεργεία σχισματικοί. Κατά συνέπεια, υποστήριζαν ότι ήταν πρόωρο να κηρυχθούν τα μυστήριά τους άκυρα και στερημένα χάριτος. Ο Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης είχε χαρακτηρισθεί από έναν ιεράρχη της κρατικής Εκκλησίας ως «ασταθές, ανήσυχο, φιλόδοξο πνεύμα, ακόμη και «κακός δαίμων», για τις αδιάκοπες προσπάθειές του να επιφέρει την καταστροφή της μιας τοπικής Εκκλησίας μετά την άλλη. Θα ήμουν δελεασμένος να πω το ίδιο και για τον Επίσκοπο Ματθαίο, ο οποίος κατέληξε να προκαλέσει τόση ζημιά στην Εκκλησία με τον φανατισμό του όση προκάλεσε ο Πατριάρχης Μελέτιος με τον οικουμενισμό και τον μοντερνισμό του, αν δεν υπήρχε το γεγονός ότι ο Επίσκοπος Ματθαίος διακρινόταν για τον εξαιρετικό ζήλο του στην προσωπική μοναχική ζωή και ότι, ως αποτέλεσμα αυτού του ζήλου, ίδρυσε σειρά μονών και γυναικείων μοναστηριών, τα οποία επιβιώνουν μέχρι σήμερα, με σημαντικότερα και επιβλητικότερα την Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πευκοβουνογιατρίσσης στην Κερατέα Αττικής και τη Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στον Κουβαρά, επίσης στην Αττική. Είναι αυτονόητο ότι ο Πατριάρχης Μελέτιος, δηλωμένος και απροκάλυπτος τέκτων, δεν άφησε τέτοια παρακαταθήκη στην Εκκλησία. Εν πάση περιπτώσει, ο Επίσκοπος Ματθαίος διέκοψε την κοινωνία με τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο και τον Μητροπολίτη Γερμανό, με το αιτιολογικό ότι δεν είχαν δηλώσει ρητώς πως οι νεοημερολογίτες στερούνται της χάριτος. Σύντομα ενώθηκε μαζί του και ο Επίσκοπος Γερμανός Κυκλάδων, στον οποίο ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος απέστειλε μια εξαιρετικά σημαντική επιστολή στις 9 Νοεμβρίου 1937 παλαιού ημερολογίου, επαναλαμβάνοντας λεπτομερώς τις μετριοπαθείς θέσεις που ο ίδιος και ο Μητροπολίτης Γερμανός είχαν διατυπώσει σε προηγούμενη επιστολή προς τον πατέρα Μάρκο. Θα πρέπει να τονιστεί σε αυτό το σημείο ότι, ακόμη και αρνούμενοι ότι οι νεοημερολογίτες στερούνταν στην πραγματικότητα την αγιαστική Χάρη των θείων Μυστηρίων, οι δύο Μητροπολίτες επιβεβαίωσαν σαφώς ότι οι τελευταίοι είχαν αποσχιστεί, όπως έλεγαν, από τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες όσον αφορά την τέλεση των εορτών και την τήρηση των νηστειών. Η διατύπωση αυτή δείχνει ότι ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, παρά τον έντονο και ειλικρινή πατριωτισμό του, διέθετε ισχυρό αίσθημα της καθολικότητας της Εκκλησίας. Έτσι, όταν νωρίς στην επισκοπική του πορεία αρνήθηκε να ενταχθεί στο Σερβικό Πατριαρχείο, δεν το έκανε από εθνικιστική διάθεση ή περιφρόνηση προς τη Σερβία, αλλά επειδή αισθανόταν βαριά ευθύνη, ως Έλληνας ιεράρχης, να υπηρετήσει πρωτίστως τους ομοεθνείς του. Σε όλες τις απαντήσεις του προς τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Αθηνών και άλλους νεοημερολογίτες επικριτές, φροντίζει πάντα να επικαλείται τις αρνητικές αντιδράσεις των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών στην αλλαγή του ημερολογίου ως απόδειξη του αθέμιτου αυτής της καινοτομίας. Βεβαίως, μέχρι το 1937, οι Εκκλησίες Αλεξανδρείας, Κύπρου, Ρουμανίας και Φινλανδίας είχαν υιοθετήσει το νέο ημερολόγιο, αλλά η Εκκλησία της Αντιοχείας και οι Σλαβικές Εκκλησίες όχι, οπότε, την εποχή που έγραφε, η θέση του Μητροπολίτη παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ορθή.


 

ΠΗΓΗ:  https://www.youtube.com/watch?v=WfethjJQQTA&t=955s




ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top