Ψήφισμα επί του θέματος
"Η Οικουμενική Κίνηση και η Ορθόδοξη Εκκλησία"
Καταλήξαμε σε μια πλήρη και ομόφωνη κατανόηση ότι, κατά την παρούσα χρονική περίοδο, η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται την επίδραση της ετεροδοξίας τουλάχιστον από δύο πλευρές.
Από τη μία πλευρά, η ηγεσία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στο πρόσωπο του Παπισμού —έχοντας χάσει, θα έλεγε κανείς, το αίσθημα της σωτήριας πίστης στο ακατάλυτο της Εκκλησίας του Χριστού από τις "πύλες του Άδη" και μεριμνώντας για τη διατήρηση της επίγειας αυθεντίας του, ακολουθώντας την οδό της χρήσης πολιτικών δεσμών με τους ισχυρούς του κόσμου τούτου— επιχειρεί να δελεάσει την Ορθόδοξη Εκκλησία σε μια συμφωνία μαζί του. Προς αυτόν τον τελικό σκοπό, ο Παπισμός επιδιώκει τη δημιουργία διαφόρων ειδών οργανώσεων με ενωτική (ουνιτική) κατεύθυνση.
Από την άλλη πλευρά, ο Προτεσταντισμός, σε όλη του την πολυμορφία και τον κατακερματισμό σε σέκτες και παραφυάδες —έχοντας χάσει την πίστη του στην αιωνιότητα και το αμετάβλητο των χριστιανικών ιδεωδών και μέσα στην υπερήφανη περιφρόνησή του προς τους αποστολικούς και πατερικούς θεσμούς— επιδιώκει να εξέλθει στην οδό της αντιπαράθεσης με τον ρωμαϊκό Παπισμό. Ο Προτεσταντισμός αναζητά σύμμαχο για αυτόν τον αγώνα στο πρόσωπο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προκειμένου να αποκτήσει για τον εαυτό του τη σημασία μιας ισχυρής διεθνούς δύναμης.
Και εδώ η Ορθοδοξία αντιμετωπίζει έναν ακόμα μεγαλύτερο πειρασμό: να παρεκκλίνει από την αναζήτηση της Βασιλείας του Θεού και να εισέλθει σε έναν πολιτικό στίβο ξένο προς τους σκοπούς της. Αυτό είναι το πρακτικό καθήκον της οικουμενικής κίνησης επί του παρόντος.
Μαζί με την καθαυτό Ορθοδοξία, στην ίδια επίδραση εκτίθενται επίσης η Αρμενο-Γρηγοριανή, η Συρο-Ιακωβιτική, η Αβυσσηνιακή (Αιθιοπική), η Κοπτική και η Συρο-Χαλδαϊκή μη-ρωμαιοκαθολικές Εκκλησίες, καθώς και η Παλαιοκαθολική Εκκλησία, οι οποίες είναι τόσο συγγενικές προς την Ορθοδοξία.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι:
α) οι στοχοθεσίες της οικουμενικής κίνησης, όπως εκφράστηκαν με τον σχηματισμό του "Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών" και τον επακόλουθο στόχο της οργάνωσης μιας "Οικουμενικής Εκκλησίας", στο σύγχρονο επίπεδο, δεν ανταποκρίνονται στο ιδεώδες του Χριστιανισμού και στα καθήκοντα της Εκκλησίας του Χριστού, όπως αυτά γίνονται αντιληπτά από την Ορθόδοξη Εκκλησία·
β) η κατεύθυνση των προσπαθειών της προς το πεδίο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής και προς τη δημιουργία μιας "Οικουμενικής Εκκλησίας" ως διεθνούς ισχυρής δύναμης, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο πτώση ενώπιον του πειρασμού που απέρριψε ο Χριστός στην έρημο, και παρέκκλιση της Εκκλησίας προς την οδό της αλίευσης ανθρώπινων ψυχών στα δίχτυα του Χριστού με μη χριστιανικά μέσα·
γ) η Οικουμενική κίνηση, στο σύγχρονο σχέδιο εργασίας του "Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών", δεν λειτουργεί προς όφελος της Εκκλησίας του Χριστού και απέρριψε πολύ πρόωρα την πεποίθηση για τη δυνατότητα επανένωσης της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας· η κυρίαρχη προτεσταντική σύνθεση της Διάσκεψης του Εδιμβούργου το 1937, είτε επειδή απέτυχε είτε απλώς προβλέποντας την αποτυχία, έσπευσε να σταματήσει τις προσπάθειες για τη χαρισματική επανένωση των Εκκλησιών. Για λόγους αυτοσυντήρησης, ο Προτεσταντισμός ακολούθησε την οδό της ελάσσονος αντίστασης, την οδό ενός αφηρημένου ενωτισμού σε κοινωνικο-οικονομικό και, ακόμη, πολιτικό έδαφος. Αυτή η κίνηση οικοδόμησε και το περαιτέρω σχέδιο εργασίας της πάνω στη θεωρία της δημιουργίας ενός νέου εξωτερικού μηχανισμού, της "Οικουμενικής Εκκλησίας", ως ενός θεσμού εντός του Κράτους, ο οποίος συνδέεται με αυτό με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και κατέχει εγκόσμια επιρροή·
δ) καθ' όλη τη διάρκεια των παρελθόντων δέκα ετών (από το 1937 έως το 1948), η ιδέα της επανένωσης των Εκκλησιών επί δογματικού και διδακτικού εδάφους δεν συζητείται πλέον τεκμηριωμένα – της έχει δοθεί δευτερεύουσα παιδαγωγική σημασία για τη μελλοντική γενιά. Ως εκ τούτου, η σύγχρονη οικουμενική κίνηση δεν διασφαλίζει το έργο της επανένωσης των Εκκλησιών με χαρισματικές οδούς και μέσα·
ε) η υποβάθμιση των απαιτήσεων για την προϋπόθεση της ένωσης μόνο στην αναγνώριση του Ιησού Χριστού ως Κυρίου μας, υποβαθμίζει τη χριστιανική διδασκαλία σε εκείνη μόνο την πίστη η οποία, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου, είναι προσιτή ακόμη και στα δαιμόνια (Ιακ. β', 19· Ματθ. η', 29· Μάρκ. ε', 7)·
και διαπιστώνοντας αυτή τη σύγχρονη κατάσταση, η Διάσκεψή μας των Προκαθημένων και των Αντιπροσώπων των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, επικαλούμενη προσευχητικά τη συνδρομή του Αγίου Πνεύματος, όρισε:
Να πληροφορήσει το "Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών", ως απάντηση στη ληφθείσα από όλους μας πρόσκληση για συμμετοχή στη Συνέλευση του Άμστερνταμ ως μέλη αυτής, ότι όλες οι Ορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες που συμμετέχουν στην παρούσα Διάσκεψη, είναι αναγκασμένες να αρνηθούν τη συμμετοχή τους στην Οικουμενική Κίνηση, στο σύγχρονο σχέδιό της.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου