Αντίστοιχες πρός τίς δύο βαθμίδες τῆς ἀρετῆς αὐτῆς[1] εἶναι καί οἱ δύο μορφές του φόβου τοῦ Θεοῦ[2]:

α) Ἡ πρώτη μορφή πηγάζει από το φόβο τῆς θείας κρίσης, τόσο τῆς παρούσας[3] ὅσο καί τῆς μέλλουσας[4] καί τῶν βασάνων πού εἶναι δυνατόν να προκύψουν από αυτή[5]. Περιγράφεται συχνά ἀπό τούς Πατέρες με τη χρήση της λέξης «κόλασις». Με τόν ὅρο αὐτό δέν πρέπει να κατανοεῖται ἡ τιμωρία / ποινή πού ἕνας ἐκδικητής καί ἄσπλαχνος Θεός θά ἐπέβαλλε σ' ὅσους παραβαίνουν το νόμο του, ἀλλά οἱ ἐσωτερικές ὀδύνες πού συνδέονται μέ τή διακοπή τῆς κοινωνίας μέ τό Θεό καί μέ τή στέρηση τῶν θείων ἀγαθῶν. Ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος καταδικάζει τόν ἑαυτό του, μέ τήν ἁμαρτία, στα βάσανα αὐτά· ἡ θεία κρίση ἁπλῶς ἀποκαλύπτει το εὖρος τῆς ἁμαρτίας[6].
Ἡ πρώτη αυτή μορφή εἶναι ὁ «εισαγωγικός φόβος», πού χαρακτηρίζει τούς ἀρχάριους[7]. Για το λόγο αυτό, ἔχει γραφεῖ: «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110,10· πρβλ. Παροιμ. 1,7 9,10).
Οἱ Πατέρες αναφέρουν ὅτι τρεῖς αἰτίες εἶναι δυνατόν ν' ἀποστρέψουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τό πονηρό καί νά τόν ἑνώσουν με το Θεό: ὁ φόβος τῆς τιμωρίας, ἡ ἐλπίδα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν καί ἡ ἀγάπη πρός τό Θεό[8]. Οι δύο πρῶτες ἀποτελοῦν ἰδιότητα τῶν ἀνθρώπων πού ἀναζητοῦν τήν πρόοδο[9], (Σ.τ.μ.: Στον πνευματικό αγώνα] χαρακτηρίζουν ακόμη και τοὺς δούλους (πρβλ. Γαλ. 4,1). Η τρίτη εἶναι ἴδιον τοῦ Θεοῦ καί ὅσων ἔχουν φθάσει στήν ὁμοίωσή Του χαρακτηρίζει τούς τελείους στούς ὁποίους συγκαταλέγονται ὄχι πλέον οἱ δοῦλοι Του, ἀλλά οἱ φίλοι Του καί οἱ υἱοί Του (πρβλ. Γαλ. 4,7). Γράφει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κασσιανός: Ἄν λοιπόν κάποιος θέλει να φτάσει στην τελειότητα, ξεκινώντας ἀπό τήν πρώτη βαθμίδα, αυτή τοῦ φόβου, ὄντας κυριολεκτικά δουλοπρεπῆς, [...] θ ̓ ἀνέλθει προοδεύοντας συνεχῶς μέχρι τίς ὑψηλότερες ὁδούς τῆς ἐλπίδας καί κατόπιν ἀπό ἐκεῖ στήν τρίτη βαθμίδα, αὐτή τῆς ἀγάπης [...]. Ἄς προσπαθήσουμε λοιπόν μέ ζῆλο ν' ἀνεβοῦμε ἀπό τό φόβο στήν ἐλπίδα καί ἀπό τήν ἐλπίδα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀρετῶν.
Βλέπουμε ὅτι ὅταν οἱ Πατέρες ἐπιβεβαιώνουν ὅτι ἡ πρώτη μορφή τοῦ φόβου χαρακτηρίζει τούς ἀρχάριους, ἐννοοῦν ὅσους δέν ἔχουν φτάσει ακόμη στην τελειότητα καί δέν εἶναι ἀκόμη ὑγιεῖς. Επομένως τοῦτο τό φόβο, ἀκόμη καί ὅσοι ἔχουν προχωρήσει πνευματικά εἶναι δυνατόν καί ὀφείλουν νά τόν δοκιμάζουν[10]. Χωρίς δισταγμό, ὁ Ἅγιος Δωρόθεος Γάζης λέγει πρός τούς μοναχούς του: «Ο εισαγωγικός φόβος τῆς καταστάσεως ἡμῶν ἐστίν»[11].
Ωστόσο, ο φόβος αὐτός καλεῖται να καταργηθεῖ καί νά ξεπεραστεῖ στό πλήρωμα τῆς ἀγάπης, όπως διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Ἅγιος Ἰωάννης: «Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ ̓ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τον φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δέ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ[12]» (Α ́ Ἰωάν. 4,18). Στη συνέχεια ὁ Ἅγιος Μάξιμος γράφει: «Τον πρώτο φόβο τον αποδιώχνει η τέλεια αγάπη της ψυχής που την έχει αποκτήσει, επειδή πλέον δεν φοβάται την κόλαση»[13]. Ἔτσι ὁ Μέγας Ἀντώνιος μπορεῖ νά λέγει: «Εγώ οὐκέτι φοβοῦμαι τόν Θεόν, ἀλλ ̓ ἀγαπῶ α[Α]ὐτόν. Ἡ γάρ ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον»[14].
Πρέπει να σημειωθεῖ ὅτι μόνο μέ τήν τέλεια αγάπη, ὅπως ὑπογραμμίζουν σκόπιμα ὁ Ἀπόστολος Ἅγιος Ἰωάννης και οἱ Πατέρες, ὁδηγεῖ τό φόβο αυτό στην υποχώρηση [Σ.τ.μ.: Καί τελικά στήν ἐξαφάνιση]. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος δέν καθαρίζεται ἐντελῶς ἀπό τά πάθη του, δέν ἀποκτᾶ τήν ἀπάθεια καί δέν φθάνει στο πλήρωμα τῆς ἀγάπης, ὁ φόβος διατηρεῖ τό λόγο τῆς ὕπαρξής του καί ἀποδεικνύεται χρήσιμος. Ὁ Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς γράφει με σαφήνεια: «Ο φόβος ανήκει στους δικαίους που ακόμη καθαρίζονται, μαζί με κάποια μεσότητα αγάπης· ενώ η τέλεια αγάπη ανήκει σε εκείνους που έχουν ήδη καθαρισθεί, στους οποίους δεν υπάρχει φόβος· διότι «η τελεία αγάπη», λέγει η Γραφή, «διώχνει έξω τον φόβο». (Α ́ Ἰωάν. 4,18). […]. Γι’ αυτό άλλοτε λέγει η Γραφή· «φοβήθητε τόν Κύριον πάντες οἱ ἅγιοι αὐτοῦ» (Ψαλμ. 33,10), και άλλοτε· «ἀγαπήσατε τον Κύριον πάντες οἱ ὅσιοι αὐτοῦ» (Ψαλμ. 30,24), για να μάθουμε καθαρά ότι στους δικαίους που ακόμη καθαρίζονται ανήκει ο φόβος του Θεού, μαζί με κάποια μεσότητα αγάπης, όπως ειπώθηκε· ενώ σε εκείνους που έχουν καθαρισθεί ανήκει η τέλεια αγάπη. Σ’ αυτούς δεν υπάρχει πλέον καμία έννοια φόβου, αλλά αδιάκοπη φλόγωση και προσκόλληση της ψυχής προς τον Θεό, μέσω της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος.»[15].

 


[1] Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 6. 7. 13. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, 4, 47-49.

[2] Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 1, 81. 82. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 6. 7. 13. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, 4, 47-49.

[3] . Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 7, 13.

[4] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ηλίας, 1: «Εγώ τρία πράγματα φοβοῦμαι: ὅταν μέλλῃ ἡ ψυχή μου ἐξελθεῖν ἀπό τοῦ σώματος, καί ὅταν μέλλω τῷ Θεῷ ἀπαντῆσαι, καί ὅταν μέλλῃ ἡ ἀπόφασις ἐξελθεῖν κατ' ἐμοῦ».

[5]  Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 1, 81. 82. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 6. 13. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, 4, 47-49. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ,  Ἄσμα ασμάτων ὁμιλία, 1. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 7, 13. 27, 75.

[6] Βλ. σχετικά ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Παιδαγωγός, 1, 8. 69, 1. ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΛΥΩΝ, Κατά αἱρέσεων, 5, 27, 2. 28, 1.

[7]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 13. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, 4, 47. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ὅροι κατά πλάτος, 4.

[8] Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ὅροι κατά πλάτος, Προοίμιον, PG 31, 896. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 6. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, 4, 48-49.

[9] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 6. 43. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 6. 44. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 7.

[10] Ὁ Ἅγιος ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ τό ἐπιβεβαιώνει συχνά καί μέ ζωντανή ὁρολογία. Βλ. Κλίμαξ, 7, 13. 27, 75. 28, 8. 33. 30, 11.

[11] ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, 4, 49.

[12] Φόβος στὴν ἀγάπη δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη διώχνει τὸ φόβο, διότι ὁ φόβος εἶναι βασανιστικός, καὶ ὅποιος φοβᾶται δὲν ἔχει φθάσει στὴν τελεία ἀγάπη.

[13] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 1, 82. Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 30, 10.

[14] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Ἀλφαβητική συλλογή, Αντώνιος, 32:

[15]  ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ἀσκητικός, 16.


 (συνεχίζεται)

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top