3. ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ 

Το κακό εἰσβάλλει χωρίς αντίσταση στό σῶμα τῆς κοινωνίας. Τρέχει σαν ποτάμι, καλύπτοντας ὁλόκληρο τό σῶμα της. 
Ο κόσμος πλημμυρίζει ἀπό τό κακό. Γίνεται «κατακλυσμός» κακοῦ. Κάτι ἔπρεπε νά γίνει, για να σταματήσει τό κακό, καί νά ξεπλυθεῖ ἡ κοινωνία. 
Καί γίνεται. 
«Ιδών δέ ὁ Κύριος, ὅτι ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι τῶν ἀνθρώπων ἐπί τῆς γῆς, καί πᾶς τις διανοεῖται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐπιμελῶς ἐπί τά πονηρά πάσας τάς ἡμέρας» (Γεν. 6:5). 
• «Επληθύνθησαν αἱ κακίαι»: 
Δέν λέει «ἐπληθύνθη ἡ κακία», ἀλλά «ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι». Ὅπου ὑπάρχει πορνεία, καλοπέραση καί ὑπερβολική ἀκρασία (λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος), «γεννιοῦνται» ἄπειρα κακά· μέθη, κραιπάλη, ἀδικία. Ἡ πορνεία γίνεται «πηγή», ἀπ' ὅπου πηγάζουν, τρέχουν ἄπειρες κακίες (Ομιλ. ΚΓ.4 εἰς Γεν.). 
• «Πᾶς τις διανοεῖται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐπιμελῶς»: 
Το κακό (λέει πάλι ὁ ἅγιος Ἰωάννης) δέν τό ἔκανε μόνο ὁ νέος, ἀλλά καί ὁ γέρος. Οχι μόνο ὁ ἄνδρας, ἀλλά καί ἡ γυναίκα. Ὄχι μόνο ὁ δοῦλος, ἀλλά καί ὁ ἐλεύθερος, καί ὁ φτωχός καί ὁ πλούσιος. 
Καί δέν τό ἔκαναν ἕνεκα ἀμελείας, οὔτε ἐπειδή παρασύρθηκαν, ἀλλά «ἐπιμελῶς» (Γεν. 6:5). Ήταν ἐπαγγελματίες ἁμαρτωλοί. 
Μέ ἄλλα λόγια, αὐτό πού τούς «ἔκαιε» ἦταν πῶς νά κάνουν τό κακό, καί ὄχι πῶς νά μήν τό κάνουν. Οὔτε κ ἄν περνοῦσε ἀπό τό μυαλό τους ἡ σωτήρια σκέψη τῆς μετανοίας. 
• «Πάσας τάς ἡμέρας»: 
Αμάρταναν ισοβίως. Ὅσο ζοῦσαν. Καί τότε ζοῦσαν μέχρι και 600, καί 700, και 800 χρόνια. Επί τόσα χρόνια ἁμάρταναν χωρίς καμμία διακοπή. Μόνιμο ἐπάγγελμά τους: Ἡ ἁμαρτία!!! 
Σε τέτοιο κόσμο ἔζησε ὁ Νώε. 
Ἤταν ( ὁ Νῶε) γυιός τοῦ Λάμεχ, τρισέγγονος τοῦ  ̓Αδάμ. Ἔζησε δηλαδή λίγο μετά τήν ἔξωση τοῦ προπάππου του Αδάμ ἀπό τόν Παράδεισο. Παρόλο πού ἔζησε σε διεφθαρμένη κοινωνία, εὐωδίαζε ἀπό τήν ἀρετή. 
«Νῶε ἄνθρωπος δίκαιος» (Γεν. 6:9). Δίκαιος στη Γραφή εἶναι ἐκεῖνος πού ἐφαρμόζει ὅλα τά «δικαιώματα», τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή, ὁ Νῶε δέν ἦταν μόνο ἐγκρατής, αλλά ἦταν καί σέ ὅλα «τύπος καί ὑπογραμμός». Ηταν «τέλειος ἐν τῇ γενεᾷ αὐτοῦ» (Γεν. 6:10). Τέλειος στη δική του κοινωνία, πού μισοῦσε θανάσιμα τήν ἀρετή. 
• «Καί ἦν Νῶε ἐτῶν πεντακοσίων καί ἐγέννησε τρεῖς υἱούς, τόν Σήμ, τον Χάμ καί τόν Ἰάφεθ» (Γεν. 5:32). 
Ἡ Γραφή (σχολιάζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος) δέν ἀναφέρει χωρίς λόγο, ὅτι ὁ Νῶε στήν ἡλικία τῶν πεντακοσίων ἐτῶν ἀπέκτησε παιδιά. Το λέει αυτό γιά νά δείξει ἐμμέσως τό μέγεθος τῆς ἐγκρατείας του. Ενώ δηλαδή γύρω του ὅλοι εἶχαν «λυσσάξει» ἀπό τήν σαρκική ἐπιθυμία («πολλήν τήν λύσσαν καί τήν μανίαν ἐπιδεικνυμένων»), αὐτός μέχρι πού ἔφθασε στήν ἡλικία τῶν πεντακοσίων ἐτῶν, ὑπῆρξεν ἐγκρατής. Επί τόσα χρόνια χαλιναγωγοῦσε τήν ἀτίθαση σάρκα. Ἔτσι, ὄχι μόνο δέν ἦρθε σε παράνομη (ἐκτός τοῦ Γάμου) σαρκική σχέση, ἀλλ' ἀπέφυγε κι' αὐτή τή νόμιμη (ἐντός τοῦ Γάμου) σχέση (Ὁμιλ. ΚΔ' Γεν.). 
Ὁ ἐγκρατής Νώε, ζώντας σε τέτοιο κόσμο, ἦταν σάν τήν «μυίγα μέσα στο γάλα». «Βαρύς και βλεπόμενος» (Σοφία 2:12). Από γειτόνους, φίλους, συγγενεῖς, ἄκουγε καθημερινά (ἐπί πεντακόσια χρόνια) σχόλια ειρωνικά. Ηταν ὁ περίγελος πάντων. Ήταν «νούμερο»... 
Οὔτε μία καλή συμβουλή δέν ἄκουσε ἀπό κάποιο συνάνθρωπό του, οὔτε ἕνας δέν βρέθηκε να τοῦ δώσει θάρρος στόν ἀγῶνα του ἐναντίον τῆς σαρκός. Αλλά ὅλοι τους ξεσποῦσαν ἐπάνω του σάν ἀγριεμένα κύματα. Καί αὐτός δέν πτοεῖτο. Αλλά διέσχιζε ἀτάραχος τήν ἀγριεμένη θάλασσα. Γιατί ἦταν μεγάλος ἀθλητής. 
Ἡ παρθενία ἔχει μεγαλύτερη ἀξία, ὅταν ἀποκτᾶται ζώντας ἀνάμεσα σε πόρνους. Ἔτσι, ἡ ἐγκράτεια τοῦ Νώε εἶναι «βαρύτιμη», γιατί ἀποκτήθηκε κατοικώντας ἐπί πεντακόσια χρόνια μέσα σε «πορνεῖο».[1] 
«Ιδών δέ Κύριος ὁ Θεός, ὅτι ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι» (Γεν. 6:5). Τώρα εἶδε ὁ Θεός, ὅτι αὐξήθηκε ἡ κακία τῶν ἀνθρώπων; Δέν τό ἤξερε ἀπό πρίν; Ασφαλῶς τό ἤξερε. 
Ἡ Γραφή θέλει νά πεῖ μ' αὐτό (διδάσκει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος), ὅτι παρά τήν τόση μακροθυμία τοῦ Θεοῦ, οἱ ἄνθρωποι ἐπέμειναν στήν ἁμαρτία. Καί ὄχι μόνο. Αλλά ἔγιναν καί χειρότεροι· «...ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι» (Ομιλ. ΚΓ' εἰς Γεν.).[2] 
• «Καί ἐνεθυμήθη, ὅτι ἐποίησε τόν ἄνθρωπον ἐπί τῆς γῆς» (Γεν. 6:6). 
Βλέποντας ὁ μακρόθυμος Θεός τό πλάσμα Του να κολυμπά στούς βόθρους τῆς ἁμαρτίας, σκέφθηκε τήν ἡμέρα, πού τό ἐδημιούργησε. 
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος βάζει στό «στόμα» τοῦ Θεοῦ τά λόγια: «Μήπως ἄραγε γι' αὐτό ἔκανα τόν ἄνθρωπο στή γῆ; Γιά νά καταπέσει τόσο χαμηλά καί ἐπικίνδυνα; Γιά νά γίνει ὁ ἴδιος αἰτία τῆς καταστροφῆς του; Ὄχι! Αλλ' ἐγώ ἐξ' ἀρχῆς τόν τίμησα πολύ, καί ἔδειξα γι' αὐτόν ἰδιαίτερη φροντίδα, ὥστε νά μή χαθεῖ. Ἐπειδή ὅμως δέν ἔκανε καλή χρήση τῆς ἀγάπης Μου, «ἀπαλείψω τόν ἄνθρωπο, ὅν ἐποίησα, ἀπό προσώπου γῆς, ὅτι μετεμελήθην» (Γεν. 6:7, βλ. Ὁμιλ. ΚΒ' εἰς Γεν.). 
• «Ἔσονται δέ αἱ ἡμέραι αὐτῶν ἑκατόν εἴκοσι ἔτη» (Γεν. 6:3): 
Παρόλο πού ὁ ἄνθρωπος κατέπεσε τόσο χαμηλά, ὁ Φιλεύσπλαχνος Θεός δέν τό ἐξαφανίζει από προσώπου γῆς. Θά τόν ἀνέχεται ἀκόμη 120(!) χρόνια. Γιατί δέν θέλει να χαθεῖ τό πλάσμα του. 
Προειδοποιεῖ τόν ἄνθρωπο. Μήπως και συνέλθει, ἀφυπνισθεῖ, μετανοιώσει, καί γλυτώσει τήν τιμωρία. Καί γιά νά μήν τόν «αγχώσει», τοῦ δίδει καιρό στή διάθεσή του: Εκατόν εἴκοσι χρόνια[3]
Ιδού! 
• «Καί είπε Κύριος: καιρός παντός ἀνθρώπου ἥκει ἐναντίον μου» (Γεν. 6:13). 
Ὁ Θεός ἀνακοίνωσε στο φίλο του Νώε τήν μεγάλη Του ἀπόφαση: «Το τέλος τῶν ἀνθρώπων ἔφθασε». Καί δικαιολογεῖται ( ὁ Θεός) στο Νῶε:
«Ὅτι ἐπλήσθη ἡ γῆ ἀδικίας» (Γεν. 6:13). Γέμισε ἡ γῆ ἀπό κακά. Το κακό παραέγινε. Δεν πάει ἄλλο! Γι' αὐτό θά κατακλύσω τήν γῆ ἀπό νερά, ὥστε νά μή μείνει τίποτε ζωντανό. Θά νεκρωθοῦν τα πάντα. 
Σε σένα (λέει στο Νῶε) ὑπόσχομαι τήν σωτηρία σου (Γεν. 6:17-18). Φτιάξε κιβωτό" γιά τόν ἑαυτό σου (Γεν. 6:14), τήν γυναίκα σου, τά παιδιά σου καί τίς γυναῖκες τους (Γεν. 6:18). 
Ὁ Νῶε ὑπάκουσε. Πῆρε ἐργάτες. Ἔκοψαν ἀπό τά δάση τεράστια ξύλα, τα μετέφεραν, καί ἔστησαν «εργοτάξιο». Μέ τά πρωτόγονα μέσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατασκεύαζαν στη στεριά, καί ἐπί ἑκατό ὁλόκληρα χρόνια, ένα γιγαντιαίο πλοίο (Γεν. 7:6) : 
Μήκος: 156 μέτρα 
Πλάτος: 26 μέτρα
Ύψος: 16 μέτρα 
Ἡ κατασκευή του κίνησε τήν περιέργεια ὅλων. Ρωτούσαν γιά νά μάθουν. Ὁ Νῶε ἅρπαζε τήν εὐκαιρία καί ἔκανε κήρυγμα μετανοίας. Αλλά καί οἱ ἐργάτες κτυπώντας καθημερινά τά ξύλα, «κτυποῦσαν» συνειδήσεις. Καί ὁ Νῶε καί οἱ ἐργάτες μέ τόν τρόπο τους, ἐπί ἑκατό χρόνια «κτυποῦσαν» σάλπιγγα μετανοίας. 
Καί δέν μετάνοιωσε οὔτε ἕνας. Το 'ριχναν στό «σορολόπ». Εἶχαν τίς ἀπόψεις τους. Σίγουρα θα ἔλεγαν: 
«Σάλεψε ὁ Νῶε. Φτιάχνει πλοῖο χωρίς να ὑπάρχει θάλασσα» 
«Ὁ Νῶε, πού μᾶς τό έπαιζε ὥς θρήσκος, τό 'ριξε στίς ἐπιχειρήσεις» 
Καί ὅ,τι ἄλλο «κατέβαζε» το διεστραμμένο τους μυαλό. 
Πέρασαν ἤδη ἑκατό χρόνια. Οἱ διεφθαρμένοι ἄνθρωποι δέν ἔδειξαν τήν παραμικρή διάθεση μετανοίας. Ἔτσι ὁ Φιλάνθρωπος Θεός συντομεύει τόν χρόνο, μήπως καί ξυπνήσουν. Τά ἐναπομείναντα εἴκοσι χρόνια, τά κάνει ἑπτά ἡμέρες. (Γεν. 7:4) 
Δίδει ἐντολή νά ἐπιβιβασθοῦν στό «πλοῖο» ὁ Νῶε, ἡ οἰκογένειά του, ὡς καί κάθε είδος ζώων καί πτηνῶν (Γεν. 7:1-3). 
Πρίν, οἱ ἄνθρωποι ἔβλεπαν τούς ἐργάτες νά φτιάχνουν τήν Κιβωτό, καί ἔλεγαν, ὅ,τι ἔλεγαν. Τώρα βλέπουν τόν Νῶε, τήν οἰκογένειά του, τά ζωα, τά πτηνά μέσα στην Κιβωτό να περιμένουν ἐπί ἑπτά ὁλόκληρες ημέρες. (Γεν. 7:10) 
Τελευταία εὐκαιρία μετανοίας. 
Αλλ' ἔμειναν καί πάλι ἀσυγκίνητοι. Τέτοια πώρωση. Τέτοια στενοκεφαλιά. Τέτοιο μυαλό (;) κουβαλοῦσαν στο κεφάλι τους... 
Παγιδεύθηκαν ἀπό τά ἐπιχειρήματά τους, τίς ἀπόψεις τους. Τίς θεωροῦσαν «ἐγγύηση». Δέν περνοῦσε ἀπό τό μυαλό τους, πώς εἶναι δυνατόν νά πέφτουν ἔξω στην κρίση τους. Εἶχαν τήν ψευδαίσθηση, πώς ὁ Νῶε βρίσκεται σε πλάνη, ἐνῶ αὐτοί βρίσκονται στόν ἴσιο δρόμο... 
Ξαφνικά ήρθε αὐτό πού δέν περίμεναν: Ἡ και ταστροφή τους. 
«Οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ ἠνεώχθησαν» (Γεν. 7:10). Ἔπεφτε καταρρακτώδης βροχή. Ἔπεφταν κύματα ὑδάτων. Καί ὄχι μόνο. Αλλά «ἐρράγησαν πᾶσαι αἱ πηγαί τῆς ἀβύσσου» (Γεν. 7:10). Ἔσπασαν ὅλες οἱ πηγές τῶν ὑπογείων ὑδάτων. Ξεπηδοῦσαν κύματα νεροῦ ἀπό τήν γῆ. 
Γῆ καί οὐρανός «ξεσποῦν» ἐναντίον τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἐπί σαράντα συνεχεῖς νύκτες καί ἡμέρες τούς «σφυροκοποῦν» ἀνηλεῶς. 
Τί ἐφιαλτικές στιγμές πέρασαν αὐτοί οἱ ἐπαγγελματίες ἁμαρτωλοί, βλέποντας να «πετάγονται» μπροστά τους ποταμοί ὑδάτων, ἀλλά καί πέφτοντας στα κεφάλια τους, ἐπί τόσες νύκτες καί ἡμέρες, βροχή-κατακλυσμός! 
Πόσο θα πονοῦσαν: 
• ὅταν ἔβλεπαν να χάνονται τα σπίτια τους, οἱ σοδειές τους, τα «ζωντανά» τους! 
• ὅταν συνειδητοποίησαν, πώς ἔφθασε πιά τό τέλος τους! Σά «χαμένοι» ἔτρεχαν νά βροῦν σανί δα σωτηρίας, φωνάζοντας «βοήθεια». ('Αλλά ποιός να βοηθήσει ποιόν;) 
• ὅταν ἔβλεπαν μπρός στα μάτια τους να χάνεται ὁ πατέρας τους, ἡ μάνα τους, τό παιδί τους! 
• ὅταν ἔβλεπαν τήν φύση «ἀνόρεκτη» γιά ξαστεριά! (Τώρα κατάλαβαν, πώς ὁ Νῶε καλά τούς τα 'λεγε...) 
Μερικοί πρόλαβαν καί σκαρφάλωσαν σέ πανύψηλα δένδρα. Ὅμως ἡ πρωτοφανής βροχή δέν ἔλεγε να «κόψει». Ἔτσι ἡ στάθμη τοῦ νεροῦ ὅλο καί ἀνέβαινε, ὥσπου πνίγηκαν κι' αὐτοί. 
Καί αὐτοί πού πρόλαβαν καί «ἔπιασαν» τά πανύψηλα βουνά, καί αὐτοί ξεγελάσθηκαν. Τό νερό ἔφθασε μέχρι τά βουνά. Καί στήν ὑψηλότερη κορυφή. Καί ὄχι μόνο. Υπερκάλυψε όλες τις βουνοκορφές. (Γεν. 7:18) Τά πάντα ἐπί ἑκατόν πενήντα ἡμέρες ἦταν σκεπασμένα μέ νερό. (Γεν. 7:29) 
Ἡ γῆ ἔγινε ἕνας ἀχανής ὠκεανός! Πνίγηκαν οἱ πάντες. (Κι' αὐτοί πού ἔφτιαξαν τήν Κιβωτό) 
Ὁ Θεός τούς ἔδωσε προθεσμία μετανοίας ἑκατόν εἴκοσι χρόνια, κι' αὐτοί κορόιδευαν... 
Ἡ Κιβωτός ἔπλεε στα «ἄγρια» νερά ἀπό τόν Νοέμβριο μήνα, πού ξέσπασε ὁ κατακλυσμός, μέχρι τον Απρίλιο, πού ἄρχισαν νά ὑποχωροῦν τά ὕδατα (Γεν. 8:4). Επί πέντε μῆνες ἦταν «ακυβέρνητη». 
Ὑπῆρχε μέγας κίνδυνος να «φαγωθεῖ ἀπό τά κύματα, ἤ νά προσκρούσει σε «σκόπελο», ἤ «ὕφαλο» καί νά συντριβεῖ. Καί ὅμως. Ἄραξε «σῶα καί ἀβλαβής» στό ὄρος Αραράτ[4] (Γεν. 8:4). Λές και εἶχε κάποιον ἐπιδέξιον, ἔμπειρον καί ὑπομονετικόν καπετάνιον. Καί εἶχε. 
• Ὁ Νῶε εἰσῆλθε στην Κιβωτό τήν 22α τοῦ δευτέρου μηνός (Νοεμβρίου, Γεν. 7:11), καί ἐξῆλθε τήν 27η τοῦ δευτέρου μηνός Νοεμβρίου, Γεν. 8:14) τοῦ ἑπομένου ἔτους (πού στέγνωσε ἡ γῆ). Δηλαδή: Ἐπί ἕνα ὁλόκληρο χρόνο ἦταν «φυλακισμένος» μές στην Κιβωτό. Χωρίς να ξέρει που βρίσκεται, καί ποῦ θά καταλήξει. 
• Στήν Κιβωτό δέν ὑπῆρχαν «γεννήτριες» που να παράγουν φῶς. Ἔτσι ὁ Νῶε ἐπί ἕνα χρόνο ἦταν βυθισμένος στο σκοτάδι. Καί ὄχι μόνο. Αλλά κάθε τόσο ἄκουγε τά μουγγρητά τῶν ἀλόγων ζώων, πού βρίσκονταν μαζί του. Μυρίζονταν τίς ἀκαθαρσίες τους, πού συνεχῶς στοιβάζονταν... 
• Το σπουδαιότερο: Ο Νώε, βρισκόμενος ἐντός τῆς Κιβωτοῦ, καί ξεσπώντας ὁ κατακλυσμός, ἤξερε πώς ἔξω χάνονται οἱ πάντες. Πώς χάνονται οἱ ἐργάτες, πού ἐπί ἑκατό χρόνια συνεργάζονταν μαζί τους. Πώς χάνονται οἱ δικοί του ἄνθρωποι (οἱ πολυάριθμοι συγγενεῖς του, οἱ φίλοι του), πού ἔζησε μαζί τους 600 ὁλόκληρα χρόνια. Πιθανόν νά ἄκουγε τα βογγητά τους! Τί πόνος γιά τόν φιλεύσπλαχνο Νώε. 
• Παρόλο πού ζοῦσε σέ τέτοιες δραματικές συνθῆκες, δέν πτοήθηκε, δέν ἀπελπίσθηκε, δέν πανικοβλήθηκε. Παρέδωσε ἐξ' ὁλοκλήρου τόν ἑαυτόν του στόν Θεό. Τοῦ ἔδειξε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη. Καί ἐπειδή Τοῦ ἔδειξε τέτοια ἐμπιστοσύνη, ὁ Παντοκράτωρ Κύριος δέν τόν ἐγκατέλειψε. Τουναντίον ἦταν πάντα μαζί του. Τόν στήριζε, τόν ἐνίσχυε, τόν ἐνδυνάμωνε. 
Κι' αὐτό τό ἔνοιωθε ὁ Νῶε. Γι' αὐτό, μόλις πάτησε το πόδι του στην ξηρά, πρόσφερε θυσία στο Θεό, εἰς ἔνδειξιν εὐγνωμοσύνης γιά τή μεγάλη Του συμπαράσταση (Γεν. 8:20). 
Οἱ ἄνθρωποι πού πνίγηκαν ἀπό τόν κατακλυσμό, ζοῦσαν πρό Χριστοῦ. Καί μάλιστα στήν ἐποχή πού οἱ δέκα ἐντολές δέν εἶχαν ἀκόμα δοθεῖ στό Μωϋσῆ. Ζοῦσαν δηλαδή σε βαθύτατο σκοτάδι! Παρόλο αυτό τιμωρήθηκαν θανάσιμα γιά τίς ἁμαρτίες τους, προπαντός γιά τίς ἁμαρτίες τῆς σαρκός. Γιατί; 
Επειδή δέν ἀγωνίσθηκαν. Δέν προσπάθησαν να νικήσουν τήν ἁμαρτία. Αν προσπαθοῦσαν, θα νικοῦσαν, ὅπως ἔγινε μέ τόν Νώε. 
Κι' αὐτό σημαίνει: Ὅποιος δέν ἀγωνίζεται ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά παραδίδεται ἀμαχητί, θα τιμωρηθεῖ. Ἁπλῶς, τώρα ὁ Θεός μακροθυμεῖ, ὅπως μακροθύμησε καί τότε. 
Οἱ διεφθαρμένοι ἄνθρωποι (στήν ἐποχή τοῦ Νῶε), ὅταν ξέσπασε ὁ κατακλυσμός, τότε ἄλλαξαν μυαλά. (Ἐνῶ πρίν...). 
Ἕνα κατσικάκι, (λέει ἕνας μύθος τοῦ Αἰσώπου), βρισκόταν στην ταράτσα ενός διώροφου σπιτιοῦ· βλέπει στο δρόμο ἕνα λύκο. 
- Δέν ντρέπεσαι, παλιοτόμαρο. (τοῦ ἔλεγε). Τρῶς τις κατσίκες καί τίς γίδες τῶν φτωχῶν! 
-Αν θές νά τά ποῦμε, κατέβα κάτω. (ἀπάντησε ὁ λύκος). 
Ἂν ἔστω ἡ κατσίκα ἔκανε το τόλμημα και κατέβαινε προς τα κάτω, τότε σίγουρα τό πρῶτο πού θά ἔκανε μπρός στο λύκο, ἦταν νά τοῦ δείξει τήν μεταμέλεια της, γιά ὅ,τι εἰς βάρος του ξεστόμισε, ἐκλιπαρώντας τον ταυτόχρονα να τῆς χαρίσει τή ζωή. 
Καί ὁ ὄχλος στήν ἐποχή του Νῶε, ὅσο δέν κινδύνευε, μιλοῦσε σάν τήν κατσίκα πάνω στην ταράτσα. Ὅταν ὅμως βρέθηκε στο στόμα τοῦ θανάτου, μετανόησε, φωνάζοντας «βοήθεια». Αλλ' ὅμως ἦταν ἀργά, πολύ αργά. 
Καί ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω. 



[1] Αλήθεια. Πῶς τά κατάφερε καί στάθηκε τόσο ψηλά, σέ αὐτό τό χάος καί βαθύ σκοτάδι; Πῶς δέν «κάμφθηκε» ἀπό τήν ἀσφυκτική πίεση που δεχόταν ἐπί μονίμου βάσεως ἀπό τόν διεφθαρμένο ὄχλο; «Επειδή (ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος) είχε μονίμως προσηλώσει τήν διάνοιά του στό Θεό, καί ἔτσι οὐδόλως νοιάζονταν γιά τό τί ἔλεγε γι' αὐτόν ὁ κόσμος». 

[2] «Το παράδειγμα τοῦ Νῶε διδάσκει, πώς τίποτε δέν μπορεῖ νά ἐμποδίσει ἐκεῖνον πού θέλει νά εἶναι σώφρων (ἐγκρατής)· νά ἐγρηγορεῖ καί νά φροντίζει ὑπέρ τό δέον για τήν σωτηρία του. Γι' αὐτό, κανείς ἄς μήν «τά βάζει» μέ τούς ἄλλους. Κανείς ἄς μήν τούς θεωρεῖ ὑπεύθυνους, ἀλλά νά ἀποδίδει τά πάντα στη δική του ἀδιαφορία» (Ομιλ. ΚΓ' εἰς Γεν.). 

[3] Ὁ ἐκ δεξιῶν ληστής, γιά νά μετανοιώσει, χρειάστηκε ένα λεπτό! Σε 120 χρόνια ὁ ἄνθρωπος προλαβαίνει ὄχι ἁπλῶς νά μετανοήσει, ἀλλά καί νά γίνει ἄγγελος, και κάτι παραπάνω! 

[4]  Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μᾶς πληροφορεί, πώς μέχρι τήν ἐποχή του σώζονταν στό ὄρος Αραράτ «κομμάτια» ἀπό τήν Κιβωτό του Νῶε. «Ἠκούσατε (λέει) περί τοῦ κατακλυσμοῦ καί τῆς πανωλεθρίας ἐκείνης; Οὐχί γέγονε, καί εἰς ἔργον ἐξέβη; Οὐχί καί τά λείψανα αὐτῆς ἕως νῦν ἐκεῖ σώζεται πρός ἡμετέραν ὑπόμνησιν;» (Περί τελείας Αγάπης, 7) 
Σήμερα πιά ἔχει ἀποδειχθεῖ ἐπιστημονικά, ὅτι ὁ κατακλυσμός ήταν πράγματι ἕνα ἀναμφισβήτητο ἱστορικό γεγονός. 
Μιά ἀκόμα ἀπόδειξη, ὅτι ἡ Γραφή καί σάν ἱστορικό βιβλίο εἶναι ἀξιόπιστη. 

 



ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ


Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top