Ἡ πνευματική κατάσταση τῶν
δικαίων ἀποκαλεῖται «τελεία» σε σχέση μέ αὐτήν τοῦ ἐπίγειου βίου, ἀλλά δέν εἶναι
ἀπόλυτα σαφής. Εάν, ἀπό μιά ἄποψη ἡ ὁμοίωσή τους πρός τόν Θεό καί ἡ κατά χάριν
θεοποίησή τους ολοκληρώνεται τότε, ἀπό μιά ἄλλη άποψη παραμένουν ανολοκλήρωτες,
ἀφοῦ ὁ Θεός, λόγῳ τῆς ἀπειρότητάς του παραμένει ὡς πρός τή φύση Του ἀπρόσιτος
καί ἀνεξάντλητος. Ὁ ἄνθρωπος δεν θα μπορέσει ποτέ νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι Τόν γνωρίζει
οὔτε ὅτι τόν ἀγαπᾶ ἀπόλυτα. Δὲν θὰ μπορέσει ποτέ νά ἀπολαύσει το σύνολο του
πλούτου Του, ἀλλὰ μόνον να διατηρηθεί αἰωνίως ὁ πόθος του γι' Αὐτόν. Πρόκειται
για το ζήτημα τῆς «Επεκτάσεως», τό ὁποῖο πραγματεύεται ὁ Ἀγ. Γρηγόριος Νύσσης[1]
ὡς ἀκολούθως: «Κάθε επιθυμία προς το αγαθό, ελκυόμενη από εκείνη την άνοδο,
εντείνεται διαρκώς στον άνθρωπο που πορεύεται προς το αγαθό. Και αυτό είναι
πράγματι το να βλέπει κανείς τον Θεό: να μη βρίσκει ποτέ κορεσμό στην επιθυμία
Του. Αλλά πρέπει πάντοτε, βλέποντας τον Θεό όσο είναι δυνατόν να Τον βλέπει, να
φλέγεται από την επιθυμία να Τον δει ακόμη περισσότερο· και έτσι κανένα όριο
δεν μπορεί να ανακόψει την αύξηση της ανόδου προς τον Θεό, επειδή ούτε τέλος
μπορεί να βρεθεί στο αγαθό ούτε η πρόοδος της επιθυμίας προς το αγαθό
διακόπτεται από κάποιον κορεσμό»[2].
Καί ἄλλοι βεβαίως Πατέρες ἀνέπτυξαν τό ἐν λόγῳ θέμα. Στο πλαίσιο αὐτό, ὁ Αγ. Ἰωάννης
τῆς Κλίμακος θεωρεῖ ὅτι ἐφόσον ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει (Α' Κορ. 13,8), δέν θα
παύσουμε ποτέ να προκόπτουμε σέ αὐτήν εἴτε στον παρόντα εἴτε στον μέλλοντα αἰῶνα,
προσθέτοντας ἔτσι φῶς ἐπί τοῦ φωτός[3].
Παρομοίως, ὁ Άγ. Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ἀναφερόμενος στον δεδοξασμένο δίκαιο,
γράφει: «Καθώς περιδιαβαίνει τους ουρανούς, στερεώνεται πάλι προς τα κάτω, και
η αρχή γίνεται τέλος του δρόμου, ενώ το τέλος γίνεται πάλι αρχή.», ἀφοῦ ἡ τελείωσις
δέν ἔχει τέλος. Καί σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ ἔργου του, ἀναφέρει επίσης: «Διότι ποτέ
δεν θα υπάρξει τέλος στην πρόοδο μέσα στους αιώνες· γιατί η παύση της αυξήσεως
θα έκανε τέλος εκείνου που είναι ατέλεστο και θα επέφερε τάχα ολοκληρωτική
κατάληψη του ακαταλήπτου· και έτσι θα χόρταινε εκείνος που για όλους παραμένει
ακόρεστος. Αλλά το πλήρωμά Του και η δόξα του φωτός Του θα είναι άβυσσος
προόδου και ατέλεστη αρχή. Και όπως όσοι έχουν μέσα τους μορφωμένο τον Χριστό
στέκονται ενώπιόν Του, καθώς Εκείνος λάμπει απρόσιτα, έτσι και το τέλος γίνεται
μέσα τους αρχή δόξας. Και, για να σου κάνω σαφέστερο το νόημα: στο τέλος θα
έχουν αρχή και μέσα στην αρχή θα υπάρχει το τέλος.[4]». Ἀλλά καί ὁ Μ.
Φώτιος ἀναφερόμενος στη Βασιλεία τῶν οὐρανῶν λέγει: «Λαμπροί λοιπόν, ζώντας
λαμπρά μέσα σε άφθαρτα και καθαρότατα σώματα, βλέπουμε τον Θεό, όσο είναι
δυνατό στον άνθρωπο να Τον δει· και απολαμβάνοντας το άρρητο και ακατανόητο
κάλλος Του, αγαλλόμαστε παντοτινά. Και σε αυτά δεν υπάρχει κανένας κορεσμός·
αντίθετα, η αφθονία της απολαύσεως γίνεται ακμή του έρωτα, και η δύναμη της
απολαύσεως, προχωρώντας μαζί με τον θείο έρωτα, γεννά εκείνη τη χαρά και
αγαλλίαση που είναι πράγματι άρρητη και ανεκδιήγητη... Αλλά, αν ακόμη αγαπούμε
τους θρήνους, στερούμε τον εαυτό μας από αυτό που ποθούμε· γιατί η εκείθεν
ευφροσύνη δεν γνωρίζει θρήνους. Ούτε ο νυμφώνας της αγαλλιάσεως και της χαράς
ανέχεται να γίνει τόπος πενθούντων· ούτε θέλει να δεχθεί εκείνους που ζουν μέσα
στα δάκρυα, ενώ ο Ίδιος τούς έχει κληρονόμους ανεκλάλητης χαράς.[5]».
Ὁ Αγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής κάνει λόγο γιά ἀενάως κινούμενη ἀνάπαυση τῶν ἐπιθυμούντων
τόν Ἠγαπημένο[6],
ἡ ὁποία στην πραγματικότητα εἶναι ἡ συνεχής καί ἀδιάκοπη ἀπόλαυση τοῦ Ἠγαπημένου.
Οἱ ἀνωτέρω παρατηρήσεις τοῦ Μ. Φωτίου καί τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ μᾶς ἐπιτρέπουν
να συμπεράνουμε ὅτι ἡ ἔλλειψη κορεσμοῦ δέν συνεπάγεται απαραιτήτως καί τήν ἔλλειψη
μακαριότητας. Ὁ διαρκής πόθος πού αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος δέν συνοδεύεται, όπως
συμβαίνει μέ τίς ἐπίγειες ἐπιθυμίες, ἀπό έλλειψη ἱκανοποιήσεως, καί συνεπῶς, ἀνησυχίας
καί πόνου. Ἡ μακαριότητα τῶν δικαίων πορεύεται ἀπό πληρότητα σε πληρότητα.
Διαπιστώνουν ἀδιάκοπα μετά χαρᾶς ὅτι ἡ εὐδαιμονία που λαμβάνουν σε πληρότητα
γνωρίζει μια νέα αύξηση.
Συνεπῶς, ἡ ζωή στη Βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέν στερείται δράσεως. Ἐάν οἱ φυσικές ἀνθρώπινες
ενέργειες πού ένεργοποιοῦν τίς λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπου αναστέλλονται, αυτό γίνεται
γιά νά ἀφήσουν χῶρο στις θεῖες ἐνέργειες, τίς ὁποῖες οἱ δίκαιοι διά τῆς ἁγνότητάς
τους καθίστανται ἄξιοι νά λάβουν καί πρός τίς ὁποῖες εἶναι ἀνοικτοί μέ ἀπόλυτη
ελευθερία, ὄχι διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀνεπαρκείς πλέον στην οὐράνια
ζωή, ἀλλά διά τῆς θείας χάριτος. Συνεπῶς, ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι πλέον ἀνθρώπινη,
ἀλλά θεανθρώπινη, ἀφοῦ οἱ ἀνθρώπινες ἐνέργειες καθοδηγοῦνται πλέον ἀπό τή θεία ἐνέργεια,
ἔτσι ὥστε ὁ ἄνθρωπος να μπορεῖ νά πεῖ: «ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. 2,20). Ἡ ἀνθρώπινη
δραστηριότητα, καθοδηγούμενη πλέον ἀπό τή θεία ενέργεια, γίνεται χωρίς
προσπάθεια, μέ τόν αυθορμητισμό τῆς ἀγάπης.
Ἡ δραστηριότητα τῶν δικαίων εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἐπικεντρωμένη στη γνώση καί τήν ἐξύμνηση
τοῦ Θεοῦ, ὅπως προείπαμε, ἀλλά καί στήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, τούς ἀγγέλους καί
τούς ἀνθρώπους. Ὁ Γρηγόριος Νύσσης αναφέρει ἐπί τούτου, ὅτι «μόλις γίνουμε αὐτό
πού ἐλπίζαμε, δέν ὑπάρχει πλέον καμία κίνηση. Ἡ μόνη δραστηριότητα πλέον πού
παραμένει εἶναι αὐτή πού πηγάζει ἀπό τήν ἀγάπη, ἀφοῦ ἡ ἀγάπη δέν ἐκπίπτει
(πρβλ. Α' Κορ. 13,8) καί ἐπικρατεῖ σέ ὅλες τίς ἄλλες πρακτικές πού γεννάει ἡ ἀρετή.
Ὅταν λοιπόν ἡ ψυχή φτάσει μια μέρα σέ αὐτό τό σημεῖο, δέν θά τῆς λείπει πλέον
τίποτε, ἀφοῦ θά ἔχει φτάσει στην πληρότητα τῶν ὄντων [...]. Πράγματι, ἡ ζωή τῆς
φύσεως τοῦ ἐπέκεινα εἶναι ἡ ἀγάπη, ἀφοῦ το κάλλος εἶναι ἐξ ἀντικειμένου ἀγαπητό
σέ ὅσους γνωρίζουν τόν Θεό. Ἡ γνώση γίνεται ἀγάπη, ἀφοῦ αὐτό πού γνωρίζουμε εἶναι
ὄμορφο ἐκ τῆς φύσεώς του. Ἀπό τήν ἄλλη, τό ἀληθινό κάλλος εἶναι πέρα ἀπό κάθε ἔννοια
κορεσμού, και καθώς κανένας κορεσμός δέν μπορεῖ νά αἴρει τή διάθεση πού ὁδηγεῖ
στήν ἀγάπη τοῦ κάλλους, ἡ θεία ζωή εἶναι ἀδιάκοπα ενεργή χάρις στήν ἀγάπη».
[1] Βλ. J. DANIELOU, «Mystique et Ténèbre chez
Grégoire de Nysse», dans «Contemplation», Dictionnaire de spiritualité, 2,
1953, col. 1882-1885 Platonisme et théologie mystique. Essai sur la doctrine
spirituelle de Grégoire de Nysse, Paris 1954, σ. 291-307.
[2] La Vie de Moise, II, 238-239. PG 44, 403-407.
[3] ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΛΙΜΑΚΟΣ, Κλίμαξ, ΚΣΤ ́, 138.
[4] Hymnes, I, 180-190.
[5] Ταρασίῳ Πατρικίῳ τῷ ἀδελφῷ, PG 102, 976 980.
[6] Πρός Θαλάσσιον, ΝΘ'.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου