Για να συνεχίσουμε τώρα την ιστορική μας αφήγηση, για αρκετά χρόνια μετά αυτό το ατυχές ρήγμα εντός της ιεραρχίας, η ένταση των διωγμών κατά του παραδοσιακού κλήρου και των πιστών μειώθηκε κάπως, κυρίως λόγω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της επακόλουθης κατοχής της Ελλάδος από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς. Η κατάσταση αυτή αποσπούσε προσωρινά την προσοχή των εκκλησιαστικών και πολιτικών αρχών από το παλαιοημερολογιτικό κίνημα, τα λαϊκά μέλη του οποίου, ως ακλόνητοι πατριώτες, υπερασπίστηκαν επίσης με γενναιότητα την δοκιμαζόμενη πατρίδα τους. Ωστόσο κατά τη διάρκεια αυτής της προσωρινής ύφεσης, όμως, η σύγκρουση που προκάλεσαν ο Επίσκοπος Ματθαίος και οι οπαδοί του οδήγησε τον Άγιο Χρυσόστομο να εκδώσει, τον Ιούνιο του 1944, μία εκτενή ποιμαντική εγκύκλιο, ένα από τα πολυτιμότερα συγγράμματά του. Δυστυχώς, ο χρόνος δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ περαιτέρω σε αυτήν, αλλά θα ήθελα να σταθώ σε δύο πολύ σημαντικά σημεία του κειμένου. Πρώτον, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος σε όλο το σύνολο των συγγραφών του φρόντιζε πάντοτε να τονίζει ότι η αλλαγή του ημερολογίου είχε σοβαρές δογματικές επιπτώσεις, και ιδίως στον τομέα της εκκλησιολογίας. Πράγματι, απαντώντας σε άρθρο του Νεοημερολογίτη Μητροπολίτη Δωρόθεου Λαρίσης, μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών, ομολογεί ότι όταν επιβλήθηκε για πρώτη φορά η αλλαγή του ημερολογίου, δεν συνειδητοποίησε αμέσως πόσο αντίθετη ήταν προς την ιερά παράδοση. Στην πραγματικότητα, είχε συντάξει υπόμνημα προς την Ιερά Σύνοδο της κρατικής Εκκλησίας το 1929, στο οποίο εξέφραζε την άποψη ότι η υιοθέτηση του Νέου Ημερολογίου, αν και ανεπιθύμητη, δεν επηρέαζε άμεσα τα δόγματα, τις παραδόσεις και τη λατρεία της Εκκλησίας. Στην απάντησή του όμως προς τον Μητροπολίτη Δωρόθεο και προς το ευρύ κοινό, ομολόγησε ότι η προηγούμενη αυτή άποψή του ήταν εσφαλμένη. Κατέληξε να αναγνωρίσει ότι το δόγμα της ενότητας της Εκκλησίας προσβαλλόταν άμεσα από την επιβολή του Νέου Ημερολογίου, το οποίο ακολουθούσε μόνο ένα μέρος της Εκκλησίας. Το εκκλησιαστικό ημερολόγιο, γράφει, συνδέει όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες μεταξύ τους σαν κρίκος και, σαν άλλη εκκλησιαστική πυξίδα, καθοδηγεί ψάλτες και ιερείς σε αρμονική και ομοιόμορφη τέλεση της θείας λατρείας. Επιτρέψτε μου να επεκταθώ λίγο ακόμη στο θέμα αυτό, παραθέτοντας την εύγλωττη υπεράσπιση του Αγίου Χρυσοστόμου από τον Μητροπολίτη Κλήμη Λαρίσης και Πλαταμώνος. Απαντώντας στο ερώτημα ορισμένων φανατικών προσώπων γιατί ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος περίμενε έντεκα χρόνια πριν ευθυγραμμιστεί με το παλαιοημερολογίτικο κίνημα και γιατί διατηρούσε κοινωνία με ιεράρχες που γνώριζε ότι ήταν καινοτόμοι, η Σεβασμιότητά του επισημαίνει ότι ο άγιος Μητροπολίτης, κατά δική του ομολογία, ανέχθηκε την ημερολογιακή καινοτομία κατ’ οικονομίαν, από φόβο μήπως προκαλέσει σχίσμα, με την ελπίδα ότι, μετά από κατάλληλη διαφώτιση, η ιεραρχία θα επανέφερε το ορθόδοξο εορτολόγιο. Επιπλέον, σταδιακά συνειδητοποίησε τη βαρύτητα του ζητήματος, αφού αρχικά δεν ήταν πλήρως διαφωτισμένος επ’ αυτού, καθώς διαβεβαιωνόταν ακόμη και από τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο ότι όλες οι τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες θα υιοθετούσαν εν καιρώ το Νέο Ημερολόγιο, διατηρώντας έτσι τη λειτουργική ενότητα της Εκκλησίας. Ίσως χρειάστηκε επίσης χρόνος για να κατανοήσει πλήρως όλες τις θεολογικές συνέπειες της ημερολογιακής αλλαγής. Δεν βρισκόταν, άλλωστε, στο ίδιο επίπεδο με μια αλλοίωση του Συμβόλου της Πίστεως ή με μια δογματική απόφαση περί Χριστολογίας που εκδόθηκε από Οικουμενική Σύνοδο. Δεύτερον, και αυτό συνδέεται με την επιστολή του προς τον Επίσκοπο Γερμανό το 1937 σχετικά με τη διάκριση μεταξύ δυνάμει και ενεργεία σχίσματος, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος επαναλαμβάνει ότι έχουμε χαρακτηρίσει τους καινοτόμους ιεράρχες σχισματικούς και δεν διστάζουμε μέχρι σήμερα να τους αποκαλούμε έτσι, όχι όμως ενεργεία, αλλά μόνο δυνάμει. Πρέπει να τονιστεί ότι εκείνοι που είναι σχισματικοί δυνάμει δεν είναι λιγότερο σχισματικοί από εκείνους που είναι ενεργεία. Η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών είναι ότι οι δεύτεροι έχουν στερηθεί τη θεία χάρη με απόφαση Πανορθόδοξης Συνόδου. Το ίδιο ισχύει και για την αίρεση. Για παράδειγμα, ένας ιεράρχης που κηρύττει δημοσίως αίρεση δεν είναι λιγότερο αιρετικός από εκείνον που έχει καταδικαστεί συνοδικά για την υποστήριξη αιρέσεως. Ωστόσο, μέχρι την έσχατη στιγμή κατά την οποία μια Σύνοδος πρόκειται να εκδώσει καταδικαστική απόφαση, είναι δυνατόν ένα τέτοιο πρόσωπο να μετανοήσει για το σφάλμα του και έτσι να αποφύγει τη φοβερή μοίρα της οριστικής αποκοπής από την Εκκλησία και από το Σώμα του Χριστού, που είναι η Εκκλησία. Η θεολογικά αμόρφωτη αντίληψη ότι η αίρεση ή το σχίσμα αποκλείει αυτομάτως και αμέσως τους πλανεμένους από την Εκκλησία και, κατ’ επέκταση, από τη χάρη των μυστηρίων της, παραβιάζει τον θεραπευτικό χαρακτήρα της Εκκλησίας, η οποία είναι πνευματικό νοσοκομείο, και στερεί από τους πλανεμένους τη δυνατότητα διόρθωσης. Αυτό όχι μόνο καθιστά άσκοπη τη σύγκληση Συνόδων, αλλά και δύσκολα συμφωνεί με τη φύση του Θεού, ο οποίος δεν θέλει τον θάνατο του ασεβούς, αλλά να επιστρέψει από την οδό του και να ζήσει, και ο οποίος θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να έλθουν εις επίγνωση της αληθείας. Αξίζει να σημειωθεί παρεμπιπτόντως ότι ο κατάλογος των δημοσιευμένων έργων του Αγίου Χρυσοστόμου περιλαμβάνει πενήντα τίτλους, συνολικής έκτασης άνω των 1.100 σελίδων. Όλα, εκτός από τέσσερα, γράφτηκαν κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του, από το 1935 έως το 1955, σε πολλές περιπτώσεις ενώ βρισκόταν σε εξορία, με ελάχιστη ή και μηδενική πρόσβαση σε βιβλιοθήκη. Ο κατάλογος αυτός δεν περιλαμβάνει τη διατριβή του στη Χάλκη, έκτασης 132 σελίδων, ούτε την ογκώδη αλληλογραφία του, ελάχιστο μέρος της οποίας έχει δυστυχώς μέχρι σήμερα δημοσιευθεί.
Θα ολοκληρώσω τώρα το βιογραφικό μέρος της διάλεξης παραθέτοντας ορισμένα σημαντικά επεισόδια από τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του Αγίου Χρυσοστόμου, συμπεριλαμβανομένης της τρίτης και τελευταίας εξορίας του και της οσιακής του κοιμήσεως, και, με βάση διηγήσεις ανθρώπων που τον γνώριζαν στενά, θα αναφερθώ στις πολλές αρετές του, οι οποίες προκάλεσαν τόσο μεγάλη αγάπη και αφοσίωση από τα πνευματικά του τέκνα και τους θαυμαστές του.
Η προσωρινή παύση των διωγμών, στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω, συνεχίστηκε για λίγο ακόμη και συνοδεύτηκε από ορισμένες θετικές εξελίξεις στη ζωή του παλαιοημερολογίτικου κινήματος. Πρώτον, το 1945, οι Επίσκοποι Πολύκαρπος Διαυλείας και Χριστόφορος Μεγάρων επέστρεψαν στο Παλαιό Ημερολόγιο. Δεύτερον, τον Ιανουάριο του 1950, ο Επίσκοπος Γερμανός Κυκλάδων επέστρεψε επίσης στη Σύνοδο του Αγίου Χρυσοστόμου. Η χαρά αυτής της επανένωσης, ωστόσο, σκιάστηκε από τον σφοδρό διωγμό που εξαπέλυσε η ελληνική κυβέρνηση κατόπιν αιτήματος της Εκκλησίας τον Ιανουάριο του 1951, κατά τον οποίο ιερείς και μοναχοί συνελήφθησαν και υπέστησαν την ταπείνωση να ξυριστούν, να κουρευτούν, να ξυλοκοπηθούν και να εκδιωχθούν στους δρόμους ντυμένοι με πολιτικά ρούχα. Στην πραγματικότητα, ο Επίσκοπος Γερμανός πέθανε από την κακομεταχείριση που υπέστη υπό κατ’ οίκον περιορισμό στις 24 Μαρτίου 1951, με το Παλαιό Ημερολόγιο. Με εντολή του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος, απίστευτο κι όμως αληθινό, του αρνήθηκαν την εισαγωγή σε νοσοκομείο και απαγορεύθηκε στους παλαιοημερολογίτες να χρησιμοποιήσουν ναό για την ταφή του. Δυστυχώς, και τον Μάρτιο του 1953, τόσο ο Επίσκοπος Χριστόφορος όσο και ο Επίσκοπος Πολύκαρπος έγιναν εκ νέου δεκτοί στην κρατική Εκκλησία ως επίσκοποι. Τον Μάρτιο του 1951, και ο ίδιος ο Άγιος Χρυσόστομος υπέστη το νέο κύμα διωγμών, με την εξορία του στη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Μυτιλήνη, όπου παρέμεινε έως τον Ιούλιο του επόμενου έτους. Αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ βρισκόταν στη Μυτιλήνη, έλαβε επιστολή από τον πρώην διάκονό του Αθηναγόρα, ο οποίος στο μεταξύ είχε γίνει Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ο Αθηναγόρας του προσέφερε, αποκαλώντας τον γέροντά του, μία από τις πλέον περίβλεπτες μητροπόλεις, καθώς και κάθε δυνατή άνεση. Ο Άγιος Χρυσόστομος τον ευχαρίστησε για την καλοσύνη του, απαντώντας ότι ο Πατριάρχης θα τον ευχαριστούσε, όπως και το πλήθος των Ορθοδόξων Χριστιανών, για να μην πούμε και τον ίδιο τον Θεό και τους αγγέλους Του, εάν επιτύγχανε την ένωση των Ορθοδόξων Χριστιανών επαναφέροντας το πατερικό ημερολόγιο στην Εκκλησία. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, όπως μπορεί κανείς να υποθέσει, δεν έδωσε καμία σημασία σε αυτή τη σοφή συμβουλή. Σύμφωνα με τον Σταύρο Καραμήτσο, έναν από τους πλέον αγαπημένους και αφοσιωμένους πνευματικούς του υιούς, ο Άγιος Χρυσόστομος προείδε τη δικαία κοίμησή του, η οποία συνέβη τις πρώτες πρωινές ώρες της 7ης Σεπτεμβρίου 1955, με το Παλαιό Ημερολόγιο. Η κηδεία του, που τελέστηκε την επομένη του θανάτου του, συγκέντρωσε δεκάδες χιλιάδες πιστούς. Ετάφη στο μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου κοντά στο όρος Πάρνηθα στην Αττική. Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Μεθώνης Αμβρόσιο, όταν μετά από έξι χρόνια τα οστά του Μητροπολίτη διακομίστηκαν, η ευωδία που ανέδιδαν γέμισε ολόκληρο το μοναστήρι για αρκετές ημέρες και συχνά γίνεται ακόμη αισθητή.
Σε αυτό το σημείο θα αφηγηθώ ορισμένα συγκινητικά περιστατικά από τη ζωή του Αγίου Χρυσοστόμου κατά την παραμονή του στην Αθήνα, τόσο εν ελευθερία όσο και εν περιορισμώ, καθώς και κατά την τελική του εξορία στη Μυτιλήνη. Το πρώτο περιστατικό προέρχεται από τον Καραμήτσο. Κάποια χρονιά εκείνος σκόπευε να μεταβεί στο Άγιον Όρος για το Πάσχα. Ο Άγιος Χρυσόστομος, που είχε - με κάποιον τρόπο - πληροφορηθεί για την πρόθεσή του, τον κάλεσε στο γραφείο του, όπου εξέφρασε τη γνώμη του για το ζήτημα, αφήνοντας όμως εξ ολοκλήρου την απόφαση στον Καραμίτσο. Ουσιαστικά, ο Μητροπολίτης τον συμβούλευσε να λάβει υπόψη του τα αισθήματα της συζύγου του και τη σημασία της διατήρησης της οικογενειακής αρμονίας για τον κοινό εορτασμό της εορτής. Του επισήμανε επίσης ότι η εκκλησιαστική κοινότητα θα ανέμενε από αυτόν να εκφωνήσει ομιλία με την ευκαιρία της Εορτής των Εορτών, και κατέληξε λέγοντας ότι δεν πρέπει να επιδιώκουμε ό,τι μας ευχαριστεί, αλλά να πράττουμε το καθήκον μας. Στην απάντηση του Καραμήτσου, «Σεβασμιώτατε, είμαι έτοιμος να εκτελέσω την εντολή σας», εκείνος αποκρίθηκε «παρακαλώ, δεν δίνω εντολές. Απλώς εκφράζω τη γνώμη μου, και είστε ελεύθερος να λάβετε την απόφασή σας». Ο Καραμήτσος εξηγεί ότι αφηγείται αυτό το επεισόδιο για να δείξει πως, αν και ήταν Δεσπότης, δηλαδή Επίσκοπος, κυριολεκτικά κύριος, προτιμούσε την πειθώ από τον καταναγκασμό και σεβόταν πλήρως την ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια όσων βρίσκονταν γύρω του.
Το δεύτερο περιστατικό προέρχεται από την τελική του εξορία το 1951. Μετά τη σύλληψή του τον Φεβρουάριο εκείνου του έτους, ο πεισματάρης γέροντας, όπως τον αποκαλούσαν περιφρονητικά οι νεοημερολογίτες ιεράρχες, μεταφερόταν, όπως ο ίδιος έλεγε, σαν κοινός εγκληματίας από τόπο σε τόπο και κάποια στιγμή κρατήθηκε σε απομόνωση με σκοπό να καμφθεί το φρόνημα και η αποφασιστικότητά του. Ακόμη και εν μέσω αυτής της φοβερής δοκιμασίας, και ας σημειωθεί ότι ήταν πλέον ογδόντα ετών και σε κακή κατάσταση υγείας, όπως ήταν για μεγάλο μέρος των τελευταίων χρόνων της ζωής του, διατηρούσε τη χαρακτηριστική του γαλήνη και πραότητα. Έτσι, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων καταδέχθηκε να επιτρέψει στον Καραμήτσο να επισκεφθεί τον πνευματικό του πατέρα, τον Άγιο Χρυσόστομο, εκείνος διαβεβαίωσε τον πιστό του ακόλουθο ότι αυτή η περίοδος εγκλεισμού του χάριζε πνευματική χαρά. «Μεγάλη είναι η χάρη του Υψίστου», είπε, «που μου χάρισε ένα τέτοιο δώρο στο ηλιοβασίλεμα της ζωής μου». Όταν ρωτήθηκε αν ήταν κουρασμένος, απάντησε: «Όχι, κανείς δεν κουράζεται όταν υποφέρει για έναν αγώνα στον οποίο πιστεύει». Αυτό μας φέρνει στον νου τα τελευταία λόγια του ουράνιου προστάτη του, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν».
Το τρίτο περιστατικό προέρχεται επίσης από την τελική του εξορία. Κατά την άφιξή του στη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Μυτιλήνη, ο ηλικιωμένος μητροπολίτης τοποθετήθηκε σε ένα από τα πιο σκοτεινά κελιά, υπό τη φρούρηση δύο χωροφυλάκων, για να μην αποδράσει από τον εγκλεισμό του. Ωστόσο, χάρη στην ευγένεια που του έδειξε ο ηγούμενος της μονής, Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ, μορφωμένος άνθρωπος εξαιρετικής καλοσύνης και λεπτότητας, μεταφέρθηκε στο δικό του κελί και τον επισκεπτόταν καθημερινά για αμοιβαία παρηγοριά και οικοδομή. Έτσι, η παραμονή του σε αυτό το ψυχρό και ανεμοδαρμένο περιβάλλον έγινε πιο υποφερτή. Σε αυτό ακριβώς το κελί συνέβη ένα καταπληκτικό θαύμα, όταν ένας από τους φρουρούς κοίταξε από τη μισάνοιχτη πόρτα και είδε έναν σεβάσμιο Μητροπολίτη περιβαλλόμενο από φως και να αιωρείται στον αέρα εν προσευχή. Ας σημειώσουμε, τέλος, ως απόδειξη της ενάρετης φύσεως του Αγίου Χρυσοστόμου, ότι δεν έτρεφε καμία προσωπική έχθρα προς τους εχθρούς του. Απαντώντας σε παράπονο της συνόδου του Επισκόπου Ματθαίου ότι δεν είχε επισκεφθεί τον ασθενή ηγέτη τους, ο Άγιος Χρυσόστομος, παρά τη δική του κακή υγεία, βγήκε στο κρύο του Ιανουαρίου, από αγάπη και για την αποκατάσταση της ενότητας, να επισκεφθεί τον Επίσκοπο Ματθαίο. Όταν έφτασαν στη Μονή της Κερατέας, όπου διέμενε ο Ματθαίος, ο Μητροπολίτης και όσοι τον συνόδευαν αναγκάστηκαν να περιμένουν έξω στο χιόνι για αρκετή ώρα, χωρίς καν να προσκληθούν στον χώρο υποδοχής της μονής. Μια μοναχή στάλθηκε να τους πει ότι η ηγουμένη, Μαριάμ, δεν ήταν διατεθειμένη να τους δεχθεί, και ο Μητροπολίτης απάντησε ότι ήταν λάθος του που χειροτόνησε εξαρχής τον Επίσκοπο Ματθαίο. Αν και αυτή η φράση μπορεί να ακούγεται ως έκφραση εχθρότητας, ερμηνεύεται καλύτερα ως αυτοέλεγχος για ένα σφάλμα κρίσεως σχετικά με τις ελλείψεις στη θεολογική παιδεία και τον προσωπικό χαρακτήρα του Επισκόπου Ματθαίου, που τον καθιστούσαν ακατάλληλο για το επισκοπικό αξίωμα. Ο Ματθαίος ήταν απόφοιτος της εκκλησιαστικής σχολής του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα, η οποία σε καμία περίπτωση δεν ήταν τόσο φημισμένη ή απαιτητική όσο η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου είχε λάβει την ακαδημαϊκή του κατάρτιση ο Άγιος Χρυσόστομος. Σαν να επιβεβαιώνει αυτή την εκτίμηση των αδυναμιών του, και ταυτόχρονα να αποκαλύπτει ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας, σε κάποιο σημείο της άχαρης απάντησής του στην ποιμαντική εγκύκλιο του Αγίου Χρυσοστόμου του 1944, ο Επίσκοπος Ματθαίος γράφει ότι «εμείς δεν αποκτούμε θεολογική μόρφωση και είμαστε ανόητοι και αμαθείς, μη γνωρίζοντας ούτε τι λέμε ούτε τι πράττουμε, όπως μας χαρακτηρίζει ο ευφυής θεολόγος και σοφός διδάσκαλος που έχει σπουδάσει τους κανόνες και έλαβε τη θεολογική του εκπαίδευση σε μία θαυμάσια σχολή θεολογίας στη Χάλκη, και του απαντούμε με τις πενιχρές ικανότητες που μας χάρισε ο Κύριος». Πόσο αληθινό! Αφού κατηγορεί τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο για υπερηφάνεια, προκειμένου να εξυμνήσει τη δήθεν ταπείνωσή του, φθάνει στο σημείο να επικαλεστεί προς υπεράσπιση της αμάθειάς του τον Άγιο Σπυρίδωνα Τριμυθούντος, ο οποίος, όπως ισχυρίζεται, ήταν αγράμματος και χωρίς θεολογική μόρφωση. Ο Άγιος Σπυρίδων πράγματι είχε περιορισμένη τυπική εκπαίδευση, όμως διέθετε τόσο βαθιά κατανόηση της Ορθόδοξης πίστης ώστε κατόρθωσε να αντικρούσει και τελικά να μεταστρέψει έναν Αρειανό φιλόσοφο. Ήταν ο πιο πράος των ανθρώπων και δεν θα είχε ποτέ κατέβει στο επίπεδο να αυτοχαρακτηριστεί ταπεινός. Ακριβώς όμως λόγω της ταπεινώσεώς του μπόρεσε να κατατροπώσει τους Αρειανίζοντες αιρετικούς.
Από την κοίμησή του το 1955 έως την επίσημη αναγνώριση της αγιότητάς του το 2016, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος συνέχισε να τιμάται από το αντι-καινοτόμο ποίμνιο της Παλαιοημερολογίτικης Εκκλησίας ως στύλος της Ορθοδοξίας στους νεότερους χρόνους και ακλόνητος υπερασπιστής της ανόθευτης πατερικής και συνοδικής παραδόσεως της Ορθόδοξης πίστης. Η χρήση του όρου «τιμάται» είναι σκόπιμη. Αναμφίβολα υπήρξε ιδιαίτερα σεβαστός, τιμημένος και αγαπητός, τόσο εν ζωή όσο και μετά την κοίμησή του, ως πατέρας του παλαιοημερολογίτικου κινήματος. Ωστόσο, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε επαρκώς ως θεολόγος καθαυτός ή ως δημόσιος διανοούμενος, ούτε κατανοήθηκε σωστά η εκκλησιολογία του, όπως θα εξηγήσει ο πατήρ Γέρζικ στην επόμενη διάλεξη. Το ανάστημά του ως θεολόγου και διανοουμένου, πιστεύω, θα αναδειχθεί σαφέστερα στο τελικό μέρος της αποψινής παρουσίασης. Προς το παρόν, θα τονίσω τη θριαμβευτική δικαίωση του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου που έλαβε χώρα στην πολυαναμενόμενη Αγία Κατάταξή του, δηλαδή στην ένταξή του στο εορτολόγιο της Εκκλησίας, σύμφωνα με την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας των Ορθοδόξων Χριστιανών Ελλάδος το Σάββατο 15 Μαΐου 2016, με το Παλαιό Ημερολόγιο, παραμονή της Κυριακής της Σαμαρείτιδος, στο προαναφερθέν μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Πάρνηθα, όπου είχε ταφεί ο άγιος και όπου φυλάσσονται για προσκύνηση τα λείψανά του, τα οποία βρέθηκαν κατά τη δεύτερη ανακομιδή τους εξίσου θαυματουργικά ευωδιάζοντα όπως και κατά την πρώτη. Ήταν, όπως θα θυμάστε, ακριβώς την ίδια Κυριακή μετά το Πάσχα, το 1935, που ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Φλωρίνης, μαζί με τους Μητροπολίτες Γερμανό Δημητρίου και Χρυσόστομο Ζακύνθου, προσχώρησε επίσημα και δημοσίως στο παλαιοημερολογίτικο κίνημα, και έτσι η αγιότητά του αναγνωρίστηκε και εορτάστηκε την πλέον ευοίωνη δυνατή ημέρα.
Πριν ολοκληρώσω αυτή τη διάλεξη, θα σχολιάσω εν συντομία ορισμένα από τα πολλά συγγράμματα του Αγίου Χρυσοστόμου.



 ΠΗΓΗ:  https://www.youtube.com/watch?v=WfethjJQQTA&t=955s




ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

 


Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top