Η διανοητική του ικανότητα αποδεικνύεται επαρκώς από τη διατριβή του στη Χάλκη για τον Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι, καθώς και από μια εκτενή πραγματεία με τίτλο «Το Αρχαίο και Μεσαιωνικό Ελληνικό Πνεύμα σε Σχέση με τη Θρησκεία». Για να διακρίνει κανείς την αξία της διατριβής αυτής, αρκεί, λόγω χρόνου, να αναφερθούν οι πολυάριθμες παραπομπές του, μεταξύ άλλων έργων, στη Bibliographie Hellénique του Émile Legrand, του φημισμένου Γάλλου ειδικού του 19ου αιώνα στη μεταβυζαντινή και νεοελληνική γραμματεία. Για να χρησιμοποιήσει το έργο του Legrand, ο νεαρός τότε ιεροδιδάσκαλος Χρυσόστομος θα έπρεπε να γνωρίζει άριστα τόσο λατινικά όσο και γαλλικά, κάτι που προφανώς συνέβαινε.
Στο προαναφερθέν δοκίμιο για το Αρχαίο και Μεσαιωνικό Ελληνικό Πνεύμα, το οποίο συνέγραψε τον Ιανουάριο του 1938 στην Αθήνα, ο Άγιος Χρυσόστομος επιδεικνύει βαθιά και ευρεία γνώση τόσο της κλασικής ελληνικής φιλοσοφίας και γραμματείας όσο και της πατερικής και βυζαντινής σκέψης. Ξεκινά αυτό το συναρπαστικό έργο με την παρατήρηση ότι οι άνθρωποι, αν και αποξενωμένοι από τον αληθινό Θεό πριν την έλευση του Χριστού, δεν είχαν μείνει εντελώς ανίδεοι για τη θεία και υψηλή καταγωγή τους, και ότι αυτή η επίγνωση οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στο Ελληνικό Πνεύμα, μέσω του οποίου ο Θεός προετοίμασε την ανθρωπότητα, όχι μόνο τους εθνικούς αλλά και σε κάποιο βαθμό τους Ιουδαίους, κυρίως μέσω της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα, για την υποδοχή του Ευαγγελίου. Τονίζει ότι ο ελληνικός πολιτισμός υπήρξε και παραμένει η δόξα της Ελλάδας αλλά και όλων των πολιτισμένων λαών, και επομένως έχει οικουμενική εμβέλεια. Ως παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι δραματικοί ποιητές, φέρνοντας τους ήρωές τους στη σκηνή, τους παρουσίαζαν να αγωνίζονται ενάντια στα ανθρώπινα πάθη, ακόμη και να περιφρονούν την ίδια τη ζωή, προκειμένου να εκπληρώσουν το καθήκον και την αρετή με την ελπίδα να στεφανωθούν με φωτεινό στέφανο στη μέλλουσα ζωή, παραθέτει τη φημισμένη τραγωδία του Σοφοκλή, την «Αντιγόνη». Εκεί ο ποιητής παρουσιάζει την Αντιγόνη να βρίσκεται διχασμένη ανάμεσα στο καθήκον που της επιβάλλει η αδελφική αγάπη και η συνείδηση να θάψει τον νεκρό αδελφό της, και από την άλλη στην αγάπη της για τη ζωή και τον φόβο της τυραννικής εντολής του θείου της Κρέοντα, που απαγόρευε την ταφή του αδελφού της, έως ότου τελικά πέφτει θύμα στο θυσιαστήριο της θρησκευτικής συνείδησης και της αδελφικής αγάπης. Ο Άγιος Χρυσόστομος παρουσιάζει την αυτοθυσία της Αντιγόνης ως πρότυπο υπακοής στους άγραφους θείους νόμους, που μπορεί να θεωρηθεί προεικόνιση της αποστολικής μαρτυρίας ότι πρέπει να υπακούμε στον Θεό μάλλον παρά στους ανθρώπους. Τέτοιο, τουλάχιστον, είναι το δίδαγμα που πιστεύω ότι ο λόγιος μητροπολίτης θα επιθυμούσε να αντλήσουμε από αυτή την κλασική ελληνική τραγωδία. Δεν είναι, παρεμπιπτόντως, δύσκολο να δει κανείς πώς η ακλόνητη αντίσταση της Αντιγόνης στην τυραννία θα πρέπει να συγκινούσε έναν άνθρωπο όπως ο Άγιος Χρυσόστομος, ο οποίος αρνήθηκε παρομοίως να υποταχθεί σε άδικους νόμους και διεφθαρμένες κυβερνήσεις, αλλά και στις εντολές εξίσου διεφθαρμένων εκκλησιαστικών ιεραρχών.
Δύο ακόμη έργα του Αγίου Χρυσοστόμου θα αναδείξουν την αντίθεσή του στον οικουμενισμό και την αφοσίωσή του στην ιερά παράδοση. Στο «Υπόμνημα υπέρ της Επαναφοράς του Παραδοσιακού Εκκλησιαστικού Ημερολογίου», που εκδόθηκε το 1945, επισημαίνει ότι κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι συμμαχίες των εμπολέμων κρατών ανάγκασαν τους Ορθοδόξους να προσεύχονται μαζί στο πεδίο της μάχης και έπειτα σε ναούς με ετερόδοξους αιρετικούς και σχισματικούς, κάτι που απαγορεύεται αυστηρά από τους ιερούς κανόνες, σύμφωνα με την αυστηρή και ακριβή κατανόηση της Ορθοδοξίας. Τέτοιοι λυπηροί συμβιβασμοί, τους οποίους παραδέχεται ότι έγιναν κατ’ οικονομίαν λόγω των πολεμικών συνθηκών, αξιοποιήθηκαν πρόθυμα από μοντερνιστές και οικουμενιστές, όπως ο Πατριάρχης Μελέτιος και ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος, ως πρόσχημα για την προώθηση της ανακαινιστικής τους ατζέντας. Αυτοί οι δύο φιλόδοξοι κληρικοί, συνεχίζει, μη κατανοώντας επαρκώς τη δύναμη του βαθύτατα ορθόδοξου πνεύματος και τη μεγάλη και θεία αποστολή που διαθέτει η Ορθοδοξία για την Εκκλησία του Χριστού, φαντάστηκαν, μέσα στην αφέλεια της συνείδησής τους και τη ρηχότητα της κρίσης τους, ότι προσέφεραν υπηρεσία στον χριστιανικό κόσμο φέρνοντας την Ορθόδοξη Εκκλησία όσο το δυνατόν πλησιέστερα στις εκκλησίες της Δύσης, ακόμη και με το τίμημα της θυσίας του εκλεπτυσμένου θησαυρού της Ορθοδοξίας για τον ορείχαλκο των δυτικών εκκλησιών, που απλώς γυαλίζει σαν χρυσός.
Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να προσθέσω ορισμένα λόγια του Αγίου Χρυσοστόμου που συμπληρώνουν το σχόλιο που μόλις παρέθεσα. Σε ένα από τα συγγράμματά του λέει ότι ασφαλώς μια προσέγγιση των δύο χριστιανικών κόσμων της Ανατολής και της Δύσης στον εορτασμό των χριστιανικών εορτών επιθυμείται από όλους ως ζήτημα μεγάλης ηθικής αξίας και σημασίας. Πρέπει όμως να επιδιώκεται και να επιτυγχάνεται στην υπηρεσία της χριστιανικής αλήθειας και προς δόξαν του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Θα συμβεί άραγε κάτι τέτοιο, ώστε τα ηθικά συμφέροντα ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου να υπηρετηθούν αληθινά εν τη ορθή πίστει; Όταν όμως αυτή η προσέγγιση πηγάζει από υλιστικά και κοσμικά συμφέροντα και κίνητρα και πραγματοποιείται εις βάρος της Ορθοδοξίας και προς μείωση της δόξας του Χριστού, τότε εξυπηρετούνται προσωπικά συμφέροντα και ιδίως εκκλησιαστικές φιλοδοξίες και επιθυμίες, εις βάρος της έννοιας της Εκκλησίας και του κύρους της Ορθοδοξίας εν γένει. Η ψυχή της Εκκλησίας συνίσταται στις παραδόσεις και στα θεόπνευστα και αλάθητα κείμενα των αποστολικών διατάξεων και των αποφάσεων των επτά αγίων Οικουμενικών Συνόδων, η παραχάραξη των οποίων μειώνει τη θεοσύστατη και διαθέσιμη θεία αυθεντία της θείας ουσίας της Εκκλησίας του Χριστού. Έτσι, κάθε βλάβη που προκαλείται στην Ορθοδοξία, κάθε μείωσή της, καθίσταται βλάβη και μείωση της θεότητας του Χριστού, από τον οποίο ακτινοβολεί ο υψηλός και θεϊκός χαρακτήρας, το βαθύτερο και θεϊκό νόημα της χριστιανικής θρησκείας. Το προσθέτω αυτό για να δείξω ότι ο Άγιος Χρυσόστομος δεν ήταν μια μισαλλόδοξη προσωπικότητα. Κατανοούσε ότι ο κόσμος είχε ανάγκη από χριστιανική μαρτυρία, αλλά όχι εις βάρος της αλήθειας. Αυτό είναι το ουσιώδες σημείο που πρέπει να κρατήσουμε.
Σε μια πραγματεία που δημοσιεύθηκε το 1950 με τίτλο «Ακριβής Θέσις του Ημερολογιακού Ζητήματος», επιπλήττει όσους υποστηρίζουν ότι η αλλαγή του ημερολογίου ήταν σημάδι προόδου για το ελληνικό έθνος και την κοινωνία. Το εκκλησιαστικό ημερολόγιο, όπως το διατυπώνει, συγκαταλέγεται μεταξύ των ορθόδοξων θεσμών που θεσπίστηκαν από τους αγίους και θεοφόρους Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων υπό την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος και η τροποποίηση αυτού του ιερού ημερολογίου είχε ως άμεση συνέπεια την πτώση του έθνους και τη διαίρεση των χριστιανών. Ο μητροπολίτης συνεχίζει να διαβεβαιώνει ότι, ενώ όλα τα ζητήματα που αποτελούν προϊόν και αντανάκλαση της ανθρώπινης διανόησης και σοφίας εξελίσσονται και τελειοποιούνται μέσα από την ανάπτυξη, τα ζητήματα της πίστεως και τα δογματικά θέματα που ορίστηκαν συνοδικώς και μας παραδόθηκαν, δεν επιδέχονται εξέλιξη ή μεταρρύθμιση χωρίς να υποστούν μείωση της θεόσδοτης και άφθαρτης θείας αυθεντίας τους. Από αυτήν ακριβώς την τάση του ανθρώπινου πνεύματος να εφαρμόζει τη λεγόμενη προοδευτική εξέλιξη στις παραδόσεις της Εκκλησίας και στους συνοδικούς θεσμούς της Ορθοδοξίας προέκυψαν οι διάφορες αιρέσεις και θρησκευτικές διαιρέσεις που συγκλόνισαν τη κοινή συνείδηση των χριστιανών, τη θεία προέλευση της χριστιανικής θρησκείας και την ακατάβλητη θεία αυθεντία της δογματικής και ηθικής της διδασκαλίας, και κλόνισαν εκ θεμελίων την πεποίθηση των πιστών ότι η Εκκλησία είναι θεοσύστατος οργανισμός αγιασμένος με το αίμα του Χριστού.
Ελπίζω ότι μέχρι τώρα έχω καταφέρει να δείξω ότι ο εύγλωττος έπαινος του Κλεάνθη Θεοφανόπουλου είναι ορθός στην εκτίμησή του για τον Άγιο Χρυσόστομο, ότι πράγματι δεν υπήρξε ασήμαντος άνθρωπος, ότι μέσα στη μεγάλη του καρδιά ενσαρκώθηκε ό,τι πιο υψηλό έχει ο άνθρωπος στη γη, ότι επέδειξε ανεξάντλητο θάρρος και ανδρεία, και ότι ήταν προικισμένος με λαμπρότητα πνεύματος. Τι γίνεται όμως με την τελική προτροπή του κ. Θεοφανόπουλου, ότι εναπόκειται σε εμάς σήμερα να συνεχίσουμε την πορεία που χάραξε αυτός ο άνθρωπος; Πώς εμείς, τα πνευματικά του εγγόνια, θα συνεχίσουμε τον δρόμο που άνοιξε ο Άγιος Χρυσόστομος για εμάς; Θα πρότεινα δύο τρόπους. Πρώτον, με τη μετάφραση και δημοσίευση των έργων του, με τη μελέτη τους, την εμβάθυνση σε αυτά και την αφομοίωση του τρόπου σκέψης και του φρονήματός του· δεύτερον, με τη μίμηση του πνεύματος ταπεινώσεως και μετριοπάθειάς του, καθώς και των πολλών άλλων αρετών του, με την εφαρμογή τους στη ζωή μας και στην πράξη. Μόνο τότε θα αποκατασταθεί η ειρήνη και η ενότητα που όλοι ποθούμε και επιδιώκουμε για την αγαπημένη μας Ορθόδοξη Εκκλησία.
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.



 ΠΗΓΗ:  https://www.youtube.com/watch?v=WfethjJQQTA&t=955s




ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top