«Κατά την διάρκεια αυτών
των ημερών (πολιορκία της Πόλης από τους Τούρκους) ο καθένας ξαναθυμόταν ότι η
αυτοκρατορία θα χανόταν……..»
«Ο βασιλεύς Παλαιολόγος εμάζωξε το ψωμί και το εμέραζε σε όλη τη χώρα εις τις
φαμίλιες, δια να μην ευρίσκουνε πρόφαση να λέγουν, ότι ψωμί δεν έχουμε εις τα
σπίτια μας και πάμε να δουλέψουμε». Δηλαδή να τους επιτρέψει να φύγουν έξω από
την πόλη ενώ άλλοι γίνονταν μοναχοί ώστε να αποφύγουν την μάχη»
(ΣΤΙΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ, ''Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ
ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ).
«αντί να λάβουν τα όπλα και να ενισχύσουν τον Παλαιολόγον……κατηγορούσαν τον
βασιλέα και ωμιλούσαν περί της επικειμένης πτώσεως ως επί μοίρας αναποφεύκτου,
δηλαδή Θελήματος του Θεού» (Διονυσίου Κοκκίνου).
«Οι ανθρώποι θυμούνταν μία προφητεία ότι, η Πόλη δεν θα έπεφτε ποτέ…»
«οι άπιστοι δεν άφησαν άσκαφτο κανένα κήπο ή σπίτι όπου και βρήκαν πολλούς
κρυμμένους θησαυρούς και τα πήραν μαζί τους» (Γεωργίου Φρατζή).
«Παρουσιάστηκε ενώπιον του αμηρά ο μέγας δούξ κυρ Λουκάς Νοταράς και τον
προσκύνησε· τοῦ ἔδειξε πολλούς θησαυροὺς ποὺ τοὺς εἶχε κρυμμένους, λίθους
πολύτιμους καὶ μαργαριτάρια καὶ ἄλλα λάφυρα αντάξια βασιλέων· τὰ εἶδαν ὁ ἀμηρᾶς
καὶ οἱ σύμβουλοί του καὶ ἐντυπωσιάστηκαν. Καὶ ὁ Νοταρᾶς τοῦ εἶπε: «Ὅλα αὐτὰ τὰ
φύλαγα για τὴν μεγαλειότητά σου τώρα σοῦ τὰ προσφέρω ὡς δῶρο. Σὲ ἱκετεύω μόνο νὰ
δεχθῆς τὴν παράκλησι τοῦ δούλου σου για εὐσπλαχνία". Εἶχε τὴν ἐλπίδα ὅτι μὲ
αὐτὰ θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτύχη τὴν ἐλευθερία του, καθὼς καὶ τῆς οἰκογενείας του.
Τοῦ ἀπάντησε ὅμως ὁ ἀμηρᾶς καὶ τοῦ εἶπε: "Παλιόσκυλο καὶ ἀπάνθρωπε,
μηχανορράφε καὶ πανοῦργε, εἶχες τόσον πλοῦτο καὶ δὲν βοήθησες τὸν βασιλιὰ αὐθέντη
σου, τὴν πόλι καὶ τὴν πατρίδα σου; Καὶ τώρα μὲ τέτοιες πονηριὲς καὶ δολιότητες,
που ξέρεις να κάμνης ἀπὸ τὰ νιάτα σου, θέλεις νὰ ἐξαπατήσης κι ἐμένα καὶ νὰ
διαφύγης τὴν τιμωρία ποὺ σοῦ ταιριάζει; Κι ἀμέσως ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς δημίους νὰ
τὸν φυλακίσουν καὶ νὰ τὸν φρουροῦν αὐστηρά. Τὴν ἐπαύριο πρόσταξε καὶ τὸν
ξανάφεραν μπροστά του. Καὶ τοῦ λέγει: "Ἐπειδὴ δὲν θέλησες να βοηθήσης τον
βασιλιὰ καὶ τὴν πατρίδα σου μὲ τὸν τόσο μεγάλο θησαυρὸ ποὺ εἶχες, γιατὶ δὲν
συμβούλευσες τὸν βασιλιά, ὅταν τοῦ ἔστειλα μήνυμα νὰ μοῦ παραδώση εἰρηνικὰ καὶ
φιλικὰ τὴν πόλι κι ἐγὼ νὰ τοῦ δώσω στὴ θέσι αὐτῆς ἄλλον τόπο μέ ἀγάπη καὶ
φιλία, ὥστε νὰ μὴ γίνουν τόσοι φόνοι μεταξύ μας;". Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε
καὶ εἶπε: "Δεν φταίω ἐγὼ στὴν ὑπόθεση αυτή, ἀλλὰ οἱ Ενετοὶ καὶ οἱ κάτοικοι
τοῦ Γαλατᾶ, οἱ ὁποῖοι ἔταξαν στον βασιλιὰ νὰ τοῦ στείλουν στόλο καὶ στρατὸ πρὸς
βοήθειά του". Καὶ ὁ ἀμηρᾶς τοῦ λέγει: "Ξεύρεις πολύ καλά νὰ ἐφευρίσκεις
ψέματα τώρα ὅμως δὲν ὑπάρχουν περιθώρια για ψέματα ποὺ νὰ σὲ βοηθήσουν".
Καὶ διέταξε γιὰ τὴν ἐπαύριο να θανατώσουν τοὺς δύο γιούς του πρῶτα μπροστά στα
μάτια του στὴν ἀγορὰ τοῦ Ξηροῦ Λόφου, αὐτοὺς ποὺ κάποτε ζητοῦσε ἀπὸ τὸν βασιλιά
νὰ τοὺς τιμήση μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ κοντοσταύλου τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλο μὲ τοῦ
μεγάλου λογοθέτου, καὶ ὕστερα να θανατώσουν καὶ τὸν ἴδιο, ὅπως καὶ ἔγινε. Αὐτὸ ἦταν
τὸ τέλος τῆς ἱστορίας τοῦ Λουκᾶ Νοταρᾶ.».
«Ξέρετε γιατί ἔπεσε ἡ Κωνσταντινούπολις; Τὸν Μάιο τοῦ 1453, τὶς παραμονὲς τῆς ἁλώσεως,
ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος ζήτησε ἀπὸ τοὺς πλουσίους· Ἀδέρφια μου, νῦν ὑπὲρ πάντων
ὁ ἀγών· δὲν ἔχουμε χρήματα γιὰ τὴν ἄμυνα, βοηθῆστε σεῖς!… Δὲν τοῦ ἔδωσαν. Μετὰ
μπῆκαν μέσα οἱ ἀγαρηνοί, βρῆκαν στὰ πλουσιόσπιτα πιθάρια μὲ χρυσᾶ νομίσματα καὶ
τὰ λεηλάτησαν· ἀντὶ νὰ τὰ φᾶνε τὰ παιδιὰ τοῦ Χριστοῦ, τὰ ἔφαγαν τὰ παιδιὰ τοῦ
διαβόλου». (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης)

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου