[Ματθ. ΚΒ΄ 33-46]
«Οἱ δὲ Φαρισαῖοι, ὅταν ἤκουσαν
ὅτι ὁ Κύριος ἀπεστόμωσε τοὺς Σαδδουκαίους, συνεκεντρώθησαν γύρω του, καὶ ἕνας
ἀπὸ αὐτοὺς νομικὸς τὸν ἠρώτησε μὲ σκοπὸν νὰ τὸν πειράξῃ καὶ τοῦ εἶπε· Διδάσκαλε,
ποία μεγάλη ἐντολὴ ὑπάρχει εἰς τὸν Νόμον;».
1. Πάλιν ὁ εὐαγγελιστὴς
προβάλλει τὴν αἰτίαν διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ σιωπήσουν, καὶ δεικνύει μὲ αὐτὸ τὴν
θρασύτητα ἐκείνων. Πῶς καὶ μὲ ποῖον τρόπον; Μὲ τὸ ὅτι ἂν καὶ ἀπεστομώθησαν ἐκεῖνοι,
αὐτοὶ πάλιν ἐπιτίθενται. Επρεπε δὲ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ νὰ ἡσυχάζουν, ἀλλ ̓ αὐτοὶ
συναγωνίζονται μὲ τοὺς προηγουμένους, καὶ προβάλλουν τον νομικόν, ὄχι μὲ σκοπὸν
νὰ μάθουν, ἀλλ' ἐπιχειροῦν νὰ τὸν παγιδεύσουν καὶ ἐρωτοῦν, «Ποία εἶναι ἡ πρώτη ἐντολή;».
Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ πρώτη ἐντολὴ εἶναι, «'Αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου», ἐν τῇ ἀναμονῇ
των νὰ τοὺς δώσῃ κάποιαν ἀφορμήν, συμπληρώνων καὶ διορθώνων αὐτήν, ἐξ αἰτίας τοῦ
ὅτι ἐπαρουσίαζε τὸν ἑαυτόν τον Θεόν, τοῦ κάνουν τὴν ἐρώτησιν.
Τί κάνει λοιπὸν ὁ Χριστός; Ἀφοῦ ἐφανέρωσε τὴν αἰτίαν ποὺ τοὺς ὡδήγησεν εἰς αὐτὸ
ποὺ ἐπήγαζεν ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν κάθε ἴχνους ἀγάπης, ἀπό τό ὅτι λειώνουν από φθόνον
καὶ κατακυριεύονται ἀπὸ ζηλοτυπίαν, λέγει «Νὰ ἀγαπήσῃς Κύριον τὸν Θεόν σου· αὐτὴ
εἶναι ἡ πρώτη και μεγάλη ἐντολή. Δευτέρα δὲ ὁμοία μὲ αὐτὴν εἶναι, ν ̓ ἀγαπήσῃς
τὸν πλησίον σου όπως τὸν ἑαυτόν σου». Διατί δὲ εἶναι ὁμοία μέ αὐτήν; Διότι αὐτὴ
προετοιμάζει ἐκείνην καὶ συγχρόνως συγκροτεῖται ἀπὸ αὐτήν. Διότι, «ὁ καθένας που
πράττει τὸ κακόν, μισεῖ τό φῶς, καὶ δὲν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς διὰ νὰ μὴ γίνουν φανερά
τα ἔργα του». Καὶ πάλιν· «Εἶπεν ὁ ἄφρων εἰς τὸν ἑαυτόν του Δὲν ὑπάρχει Θεός».
Καὶ τί προκύπτει ἀπό αὐτό; Ότι «διεφθάρησαν καὶ ἔγιναν μισητοί ἀπό τά ἔργα των»
καὶ πάλιν «Η φιλαργυρία εἶναι ρίζα ὅλων τῶν κακῶν, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦντες
μερικοὶ ἀπεπλανήθησαν ἀπὸ τὴν πίστιν» καί «Αὐτός πού μέ ἀγαπᾷ θα τηρήσῃ τὰς ἐντολάς
μου». Ολαι δὲ αἱ ἐντολαὶ αὐτοῦ μὲ ἀποκορύφωμα αὐτῶν εἶναι· «Νὰ ἀγαπήσῃς Κύριον
τόν Θεόν σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτόν σου». Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἀγάπη πρὸς
τὸν Θεὸν σημαίνῃ ἀγάπην πρὸς τὸν πλησίον (διότι λέγει, «ἐὰν μὲ ἀγαπᾷς, Πέτρε, ποίμαινε
τα πρόβατά μου»), ἡ δὲ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον συντελῇ εἰς τὴν διαφύλαξιν τῶν ἐντολῶν,
τότε και τα φυσικόν λόγον λέγει, ὅτι «ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἐντολὰς ἐξαρτῶνται ὅλος ὁ κόσμος
καὶ οἱ Προφῆται». Διὰ τοῦτο λοιπόν αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ ἔκανε προηγουμένως, τὸ ἴδιο
κάνει καὶ τώρα ἐδῶ. Καθ' ὅσον καὶ ἐκεῖ, ἐρωτηθείς περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀναστάσεως,
τοὺς ἐδίδαξε τί εἶναι ἀνάστασις, διδάσκων αὐτοὺς δὲ περισσότερα ἀπό ὅσα ἐχρειάζετο
να πεισθοῦν. Καὶ ἐδῶ, ἀπαντῶν εἰς τὴν πρώτην ερώτησιν, ἀπαντᾷ καὶ εἰς τὴν δευτέραν
που δεν διαφέρει καὶ πολὺ ἀπό τήν πρώτην (διότι εἶναι μὲν δευτέρα, ἀλλ ̓ εἶναι ὁμοία
τῆς πρώτης), ὑπαινισσόμενος μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τὸ κίνητρον τῆς ἐρωτήσεώς των, διότι
ἀπό μίσος τὸν ἠρώτησαν. Καθ' ὅσον ἡ ἀγάπη δὲν ζηλοφθονεί. Μὲ αὐτό παρουσιάζει τὸν
ἑαυτόν του πειθαρχοῦντα καὶ εἰς τὸν Νόμον καὶ εἰς τοὺς προφήτας.
Αλλὰ διατί ὁ μὲν Ματθαῖος λέγει ὅτι τὸν ἠρώτησε μὲ σκοπὸν νὰ τὸν πειράξῃ», ὁ δὲ
Μᾶρκος λέγει τὸ ἀντίθετον; Διότι λέγει, «ἐπειδὴ διαπίστωσεν ὁ ̓Ιησοῦς, ὅτι
ἦτο συνετή ἡ ἀπάντησις του, εἶπεν εἰς αὐτόν. Δὲν εὑρίσκεσαι μακράν τῆς βασιλείας
τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἀντιφάσκουν μεταξύ των, ἀλλ ̓ ἀντιθέτως συμφωνοῦν εἰς μεγάλον βαθμόν.
Διότι τον ἠρώτησεν εἰς τὴν ἀρχὴν μὲ σκοπὸν νὰ τὸν πειράξῃ, ἐπειδὴ ὅμως ὠφελήθη ὁ
νομικὸς ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν, ἐπηνέθη. Οὔτε βέβαια τὸν ἐπήνεσεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ἀλλ
̓ ὅταν εἶπεν, ὅτι ἡ πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπη ἔχει μεγαλυτέραν ἀξίαν ἀπὸ τὰ ὁλοκαυτώματα,
τότε λέγει· «Δὲν εὑρίσκεσαι μακρὰν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ» διότι παρέβλεψε τα δευτερεύοντα
καὶ ἠσχολήθη μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀρετῆς. Καθ' ὅσον ὅλα ἐκεῖνα, καὶ τὸ Σάββατον καὶ
τὰ λοιπά, δι' αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔγιναν. Καὶ οὔτε τοῦ ἔπλεξε πλήρη ἔπαινον ἀλλ' ἀκόμη
μικρόν. Διότι μὲ τοὺς λόγους του, «δὲν εὑρίσκεσαι μακριά», τοῦ δείχνει ὅτι ἀκόμη
ἀπέχει, ὥστε νά ζητήσῃ τὸ ὑπόλοιπον. Ἐὰν δὲ μὲ τὸ νὰ εἰπῇ «Ενας εἶναι ὁ Θεὸς καὶ
ἐκτὸς αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλος», τὸν ἐπῄνεσεν ὁ Κύριος, αὐτὸ νὰ μὴ σὲ κάνῃ νὰ θαυμάζῃς,
ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὸ μάθε καλὰ πῶς ἀπαντᾷ ὁ Κύριος ἀνάλογα μὲ τὴν διάθεσιν αὐτῶν ποὺ
τὸν πλησιάζουν. Διότι καὶ ἂν ἀκόμη λέγουν ἄπειρα λόγια αντάξια τῆς δόξης τοῦ
Χριστοῦ, ὅμως δὲν θὰ τολμήσουν νὰ εἰποῦν αὐτό, ὅτι δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει οὐδόλως
Θεός.
Διὰ ποῖον λοιπόν λόγον ἐπαινεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεὸς πλὴν
τοῦ Πατρός; Ὁ Κύριος δὲν ἐξαιροῦσε τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι Θεός μακριά κάτι
τέτοιο ἀλλ ̓ ἐπειδὴ δὲν ἦτο ἀκόμη ὁ κατάλληλος καιρὸς ν ̓ ἀποκαλύψῃ τὴν θεότητά
του ἀφήνει ἐκεῖνον νὰ μένῃ εἰς τὴν ἐκ προτέρου γνωστὴν πίστιν καὶ τὸν ἐπαινεῖ ποὺ
γνωρίζει καλὰ τὴν παλαιά, ὥστε νὰ τὸν προετοιμάσῃ διὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς Καινῆς
Διαθήκης, εἰσάγων αὐτὴν τὸν κατάλληλον καιρόν. Αλλωστε δὲ καὶ τὸ «Ἕνας εἶναι ὁ
Θεός, καὶ ἄλλος ἐκτός ἀπό αὐτόν δὲν ὑπάρχει» καὶ εἰς τὴν Παλαιάν Διαθήκην καὶ
παντοῦ, δὲν λέγεται πρὸς ἀθέτησιν τοῦ Υἱοῦ, ἀλλ' ἔχει λεχθῆ πρὸς ἀντιδιαστολὴν ἀπὸ
τὰ εἴδωλα. Ωστε, ἐπαινῶν αὐτὸν ποὺ ἔδωσεν αὐτὴν τὴν ἀπήντησιν, τὸν ἐπαινεῖ δι ̓
αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πίστιν του.
Εἰς τὴν συνέχειαν καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν ἐρωτᾷ «Ποίαν γνώμην ἔχετε περὶ τοῦ Χριστοῦ;
Τίνος Υἱὸς εἶναι; Λέγουν εἰς αὐτόν· Τοῦ Δαυΐδ». Πρόσεχε μετά ἀπό πόσα θαύματα ἐρωτᾷ,
μετὰ ἀπὸ πόσα σημεία, μετὰ ἀπὸ πόσας ἐρωτήσεις, μετὰ ἀπὸ πόσας ἀποδείξεις συμφωνίας
του πρὸς τὸν Πατέρα τόσον διά λόγων ὅσον καὶ δι ̓ ἔργων, μετὰ ἀπὸ τὸν ἔπαινον
αὐτοῦ ποὺ εἶπεν ὅτι «Ενας εἶναι ὁ Θεός», ὥστε νὰ μὴ εὕρουν δικαιολογίαν καὶ εἰποῦν,
ὅτι θαύματα μὲν ἔκαμεν, ἀλλ ̓ ὅμως ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὸν νόμον καὶ πολέμιος πρὸς
τὸν Θεόν. Διὰ τοῦτο κάνει τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν μετὰ ἀπὸ τόσα, ὁδηγῶν αὐτοὺς κατά τρόπον
λανθάνοντα εἰς τὸ νὰ ὁμολογήσουν καὶ αὐτὸν Θεόν. Καὶ τοὺς μὲν μαθητάς κατ ̓ ἀρχὴν
τοὺς ἠρώτησε, τί λέγουν οἱ ἄλλοι περὶ αὐτοῦ, καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐζήτησε την γνώμην
των, αὐτοὺς ὅμως δὲν τοὺς ἐρωτᾷ ἔτσι, ἂν καὶ τὸν ὠνόμασαν πλάνον καὶ πονηρόν, ἐπειδὴ
χωρίς φόβον ἔλεγον τά πάντα. Διὰ τοῦτο λοιπόν ἐξετάζει την γνώμην αὐτῶν τῶν ἰδίων.
2. Ἐπειδὴ λοιπόν εἰς τὴν συνέχειαν ἐπρόκειτο να βαδίσῃ πρὸς τὸ πάθος αναφέρει την
προφητείαν ποὺ διακηρύττει αὐτὸν σαφῶς Κύριον, ἀλλ ̓ ὅμως αὐτὸ δὲν γίνεται άπλῶς
καὶ ὡς ἔτυχεν, οὔτε θέτει αὐτὸ ἐκ τῶν προτέρων ὡς σκοπόν του, ἀλλὰ κατόπιν εὐλόγου
αἰτίας. Διότι, ἀφοῦ ἠρώτησεν αὐτοὺς προηγουμένως, ἐπειδὴ ἡ ἀπάντησις των δὲν περιελάμβανε
την πραγματικὴν γνώμην των περὶ αὐτοῦ (διότι τὸν ὠνόμαζον ἁπλοῦν ἄνθρωπον), ἀνατρέπων
τὴν ἐσφαλμένην των γνώμην, ἀναφέρει τον Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος ἀνακηρύττει τὴν θεότητά
του. Διότι ἐκεῖνοι μὲν ἐνόμιζον ὅτι ἦτο ἁπλοῦς ἄνθρωπος, διὰ τοῦτο καὶ ἔλεγον ὅτι
ἦτο υἱὸς τοῦ Δαυΐδ, αὐτὸς ὅμως, διορθώνων αὐτὴν τὴν γνώμην των, ἀναφέρει τον Δαυΐδ,
ὁ ὁποῖος διαβεβαιώνει καὶ τὴν κυριότητά του καὶ ὅτι εἶναι γνήσιος Υἱός τοῦ Θεοῦ
καὶ ὁμότιμος πρὸς τὸν Πατέρα του. Καὶ δὲν σταματᾷ μέχρις ἐδῶ, ἀλλὰ μὲ σκοπὸν νὰ
τοὺς προκαλέσῃ φόβον, προσθέτει καὶ τοὺς ἑπόμενους λόγους, «μέχρις ὅτου θέσω τοὺς
ἐχθρούς σου υποπόδιον τῶν ποδῶν σου», ὥστε νὰ τοὺς προσελκύσῃ ἔστω καὶ κατ' αὐτὸν
τὸν τρόπον. Καὶ διὰ νὰ μὴ λέγουν ὅτι ἔδωσεν αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν μὲ σκοπὸν νὰ τὸν
κολακεύσῃ καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ γνώμη ἦτο ἀνθρωπίνη, πρόσεχε τί λέγει. «Πῶς λοιπὸν ὁ Δαυΐδ,
ἐμπνευσμένος ἀπό τό ἅγιον Πνεῦμα, ὀνομάζει αὐτὸν Κύριον;».
Πρόσεχε πῶς μὲ τρόπον μαλακὸν εἰσάγει την περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του γνώμην καὶ δόξαν.
Κατ ̓ ἀρχὴν εἶπε, «Ποίαν γνώμην ἔχετε περὶ τοῦ Χριστοῦ; Τίνος Υἱὸς εἶναι;», ὥστε
μὲ τὴν ἐρώτησιν νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἀπάντησιν. Εἰς τὴν συνέχειαν, ἐπειδὴ εἶπαν
ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Δαυΐδ, δὲν εἶπε, Νὰ καὶ ὁ Δαυϊδ λέγει τό ἑξῆς, ἀλλὰ καὶ
πάλιν μέ τρόπον ἐρωτήσεως λέγει· «Πῶς λοιπὸν ὁ Δαυΐδ ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸ ἅγιον
Πνεῦμα ὀνομάζει αὐτὸν Κύριον;», ὥστε νὰ μὴ παρουσιασθῇ ὡς ἀντιτιθέμενος πρὸς τοὺς
λόγους των. Διὰ τοῦτο δὲν εἶπε, Ποίαν γνώμην ἔχετε δι ̓ ἐμένα, ἀλλὰ περὶ τοῦ Χριστοῦ.
Διὰ τοῦτο καὶ οἱ ἀπόστολοι με πλάγιον τρόπον ώμιλοῦσαν περὶ τοῦ Δαυΐδ λέγοντες·
«Ἠμποροῦμεν με παρρησίαν νὰ σᾶς εἰποῦμεν περί τοῦ Πατριάρχου Δαυΐδ, ὅτι καὶ ἀπέθανε
καὶ ἐτάφη». Καθ' ὅμοιον τρόπον καὶ ὁ Κύριος διὰ τοῦτο ὑπὸ μορφὴν ἐρωτήσεως καὶ συλλογισμοῦ
εἰσάγει τὴν ἀλήθειαν αὐτήν, λέγων· «Πῶς λοιπόν ὁ Δαυΐδ, ἐμπνευσμένος ὑπὸ τοῦ ἁγίου
Πνεύματος, ὀνομάζει αὐτὸν Κύριον μὲ τοὺς λόγους· Εἶπεν ὁ Κύριος εἰς τόν Κύριόν
μου, κάθισε εἰς τὰ δεξιά μου μέχρις ὅτου θέσω τοὺς ἐχθρούς σου υποπόδιον τῶν
ποδῶν σου;» καὶ πάλιν «Ἐὰν λοιπὸν ὁ Δαυΐδ ὀνομάζῃ αὐτὸν Κύριον, πῶς εἶναι υἱὸς αὐτοῦ;».
Μὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς δὲν ἀναιρεῖ τὸ ὅτι εἶναι υἱός του, μή γένοιτο, διότι δὲν
θὰ ἐπιτιμοῦσε τὸν Πέτρον διὰ αὐτό, ἀλλὰ διορθώνει τὴν ἐσφαλμένην γνώμην ἐκείνων.
Ὥστε, ὅταν λέγῃ, «Πῶς εἶναι υἱός του;», ἐννοεῖ τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα
ὅπως τὸ ἐννοεῖται ἐσεῖς. Διότι ἐκεῖνοι ἔλεγον ὅτι εἶναι μόνον υἱὸς τοῦ Δαυΐδ καὶ
ὄχι καὶ Κύριος. Καί αὐτό τό ἔκαμε μετά την μαρτυρίαν, καὶ πάλιν ὅμως μὲ τρόπον
πλάγιον. «Ἐὰν λοιπὸν ὁ Δαυΐδ ὀνομάζῃ αὐτὸν Κύριον, πῶς εἶναι υἱός του;».
̓Αλλ' ὅμως ἂν καὶ ἤκουσαν αὐτὰ δὲν ἔδωσαν καμμίαν ἀπάντησιν· διότι βέβαια
ἤθελον να μάθουν κάτι ἀπὸ τὰ πρέποντα. Διὰ τοῦτο ὁ ἴδιος προσθέτει τους λόγους,
ὅτι εἶναι Κύριος τοῦ Δαυΐδ. Μᾶλλον δὲ οὔτε καὶ αὐτὸ λέγει κατὰ τρόπον εὐθύν, ἀλλ
̓ ἀφοῦ ἔλαβε μαζί του τον προφήτην, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐδείκνυον μεγάλην ἀπιστίαν
πρὸς αὐτόν, καὶ διεβάλλετο ὑπ' αὐτῶν. Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ κατ' ἐξοχὴν πρέπει νὰ
σκεπτώμεθα, εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ σκανδαλιζώμεθα καὶ ὅταν ἀκόμη λέγεται ὑπ' αὐτοῦ
κάτι τὸ ταπεινὸν καὶ μὴ εὐθές. Διότι ἡ αἰτία αὐτοῦ, μαζί καὶ μὲ πολλὰς ἄλλας, ἦτο
ἡ συγκατάβασις του να συνομιλῇ μὲ αὐτούς. Διὰ τοῦτο καὶ τώρα διδάσκει τὰς ἀληθείας
ὑπὸ μορφὴν ἐρωτήσεως καὶ ἀπαντήσεως, ὑπαινίσσεται δὲ καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τὴν
ἀξίαν αὐτοῦ. Διότι δὲν ἦτο τὸ ἴδιον ν ̓ ἀκούσουν νὰ ὀνομάζεται Κύριος τῶν Ἰουδαίων
καὶ Κύριος τοῦ Δαυΐδ.
Σὺ δὲ πρόσεξε, σὲ παρακαλῶ, καὶ τὸ ἐπίκαιρον τοῦ πράγματος. Διότι, ὅταν εἶπεν, ὅτι
«Ενας εἶναι ὁ Κύριος», τότε καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν του εἶπεν ὅτι εἶναι Κύριος, ἀποδεικνύων
αὐτὸ ὄχι μόνον μὲ τὰ ἔργα του, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς προφητείας. Καὶ ἀποδεικνύει ὅτι
χάριν αὐτοῦ καὶ ὁ Πατήρ ἀμύνεται ἐναντίον των, διότι λέγει «μέχρις ὅτου θέσω τοὺς
ἐχθρούς σου υποπόδιον τῶν ποδῶν σου»· καὶ ἀπό τούς λόγους αὐτοὺς γίνεται φανερή
πολλὴ ὁμόνοια τοῦ Πατρὸς πρὸς αὐτὸν καθώς και τιμή. Και θέτει αὐτὸ ὡς τέλος τῶν
συζητήσεών του μὲ αὐτούς, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑψηλὸν καὶ μέγα καὶ ἱκανὸν νὰ κλείσῃ τὰ
στόματά των. Καθ' ὅσον οἱ λόγοι αὐτοὶ τοὺς ἔκαμαν να σιωπήσουν, ὄχι μὲ τὴν
θέλησίν των, ἀλλ ̓ ἐπειδὴ δὲν εἶχον τίποτε νὰ εἰποῦν, καὶ ἔτσι ἐδέχθησαν
καίριον πλῆγμα, ὥστε νὰ μὴ τολμήσουν ποτέ πλέον εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἐπιχειρήσουν το ίδιο
πράγμα. Διότι λέγει, «κανεὶς δὲν ἐτόλμησεν ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην νά τοῦ ὑποβάλῃ
ἐρώτησιν. Δὲν ἦτο δὲ μικρὰ ἡ ὠφέλεια ποὺ ἐλάμβανε τὸ πλῆθος ἀπὸ αὐτό. Διὰ τοῦτο
καὶ πρὸς αὐτοὺς πλέον στρέφει τὸν λόγον, ἀφοῦ ἀπεμάκρυνε τους λύκους καὶ ἀπέκρουσε
τὰς ἐπιβουλάς αὐτῶν. Διότι ἐκεῖνοι δὲν ἐκέρδιζον τίποτε, κυριευθέντες ὑπὸ τῆς κενοδοξίας
καὶ ἐμπεσόντες εἰς τὸ φοβερὸν αὐτὸ πάθος. Πράγματι αὐτὸ τὸ πάθος εἶναι φοβερὸν καὶ
πολυκέφαλον διότι κυριευμένοι ἀπὸ αὐτὴν ἄλλοι μὲν ποθοῦν σφόδρα τὴν ἐξουσίαν, ἄλλοι
δὲ τὰ χρήματα καὶ ἄλλοι τὴν δύναμιν. Προχωροῦσα δὲ ἡ κενοδοξία χρησιμοποιεῖ καὶ
τὴν ἐλεημοσύνην καὶ τὴν νηστείαν καὶ τὰς προσευχάς καὶ τὴν διδασκαλίαν καὶ
γενικῶς εἶναι πολλαὶ αἱ κεφαλαί αὐτοῦ τοῦ θηρίου.
̓Αλλὰ τὸ νὰ κενοδοξοῦν μὲν ὡς πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα δὲν εἶναι καθόλου ἀξιοθαύμαστον,
τὸ νὰ χρησιμοποιοῦν ὅμως τὴν νηστείαν καὶ νὰ προσεύχωνται ἀπὸ φιλοδοξίαν, αὐτὸ εἶναι
τὸ παράξενον καὶ ἀξιοδάκρυτον. ̓Αλλὰ διὰ νὰ μὴν κατηγορῶμεν μόνον αὐτήν, ἐμπρὸς
νὰ εἰπῶμεν καὶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ τὴν ἀποφύγωμεν.
.jpg)
0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου