Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποκλείει τήν ὕπαρξη μιᾶς τρίτης καταστάσεως, ὅπως πιστεύει ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, ἡ ὁποία τήν προσδιορίζει μέ τόν ὅρο «Καθαρτήριο», τό ὁποῖο στά ἐπίσημα κείμενά της εἶναι ἕνας διαφορετικός ἀπό τούς ἄλλους δύο τόπος, μέ χαρακτηριστικό του τή δραστηριότητα ἑνός πρόσκαιρου «καθαρτηρίου πυρός».

Ἡ ρωμαιοκαθολική θέση - Τό ρωμαιοκαθολικό δόγμα τοῦ Καθαρτηρίου

Περί τά τέλη τοῦ 1231 ἐντοπίζεται ἡ πρώτη διαμάχη περί Καθαρτηρίου μεταξύ ἑνός Ἕλληνα, τοῦ Γεωργίου Βαρδάνη, Ἐπισκόπου Κερκύρας, καί ἑνός Λατίνου, τοῦ ἀδελφοῦ Βαρθολομαίου, λεγάτου τοῦ Πάπα. Οἱ θέσεις τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ θεολόγου περί ὑπάρξεως ἑνός Καθαρτηρίου μεταφέρθηκαν ἀπό τόν Ἕλληνα Ἐπίσκοπο στόν Πατριάρχη Γερμανό Β΄, ὁ ὁποῖος καί τούς ἀναίρεσε σέ μία πραγματεία του[1], ἐνῶ ἡ φήμη ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπέρριπταν τήν περί Καθαρτηρίου διδασκαλία διαδόθηκε στούς Ρωμαιοκαθολικούς[2], οἱ ὁποῖοι συνέταξαν πραγματεῖες προκειμένου νά ἀντικρούσουν αὐτό τό «λάθος» τῶν «Ἑλλήνων». Μία πραγματεία δημοσιεύθηκε τό 1252 ἀπό Δομινικανούς ἀπό τό Πέραν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὑπό τόν τίτλο Contra errores Graecorum[3], ἐνέπνευσε δέ ἕνα ἔργο πού συνέταξε καί δημοσίευσε ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης μέ τόν ἴδιο τίτλο δέκα χρόνια ἀργότερα, τοῦ ὁποίου τό 69ο κεφάλαιο εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀφιερωμένο στό ζήτημα τοῦ Καθαρτηρίου.
Ἡ περί Καθαρτηρίου διδασκαλία διατυπώθηκε γιά πρώτη φορά σέ ἐπίσημο ἔγγραφο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας τό 1254. Πρόκειται γιά μία ἐπιστολή τοῦ Πάπα Ἰννοκεντίου Δ΄ πρός τόν λεγάτο του στήν Κύπρο, Odo, Καρδινάλιο τοῦ Τούσκουλου, ὅπου ἀναφέρονται τά ἀκόλουθα:
«Λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ Ἕλληνες διαβεβαιοῦν ὅτι δέν βρίσκουν μεταξύ τῶν διδασκάλων τους κανένα ρητό καί κατηγορηματικό ὅρο πού νά περιγράφει αὐτόν τόν τόπο ἐξαγνισμοῦ, καθώς καί τό γεγονός ὅτι σύμφωνα μέ τίς παραδόσεις καί τίς ἀρχές τῶν ἁγίων Πατέρων, τό ὄνομα αὐτό εἶναι τό “Καθαρτήριο”, ἐπιθυμοῦμε ἡ ἔκφραση αὐτή νά χρησιμοποιηθεῖ στό μέλλον καί ἀπό αὐτούς. Γιατί σέ αὐτό τό προσωρινό πῦρ ἐξαγνίζονται ὄχι βέβαια τά ἐγκλήματα καί τά θανάσιμα ἁμαρτήματα, ἀλλά οἱ ἥσσονος σημασίας ἁμαρτίες, γιά τίς ὁποῖες δέν εἶχε μετανοήσει ὁ πιστός κατά τή διάρκεια τοῦ βίου του καί ἐπιβαρύνουν τήν ψυχή του μετά θάνατον»[4].
Στή Σύνοδο τῆς Λυῶνος (1274) ὁ Πάπας Κλήμης Δ΄ συνέταξε καί ὑπέβαλε πρός ἔγκριση στούς Ἕλληνες καί στόν ἑνωτικό αὐτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο μία ὁμολογία πίστεως. Τό χωρίο ὅπου ἀναφέρεται τό Καθαρτήριο ἔχει ὡς ἀκολούθως:
«[Ἡ τύχη τῶν νεκρῶν]. Ἐφόσον ἀπέθαναν ὄντως ἐν μετανοίᾳ καί μέ ἀγαθοεργίες πρίν νά ἀπολαύσουν τούς καρπούς τῆς μετανοίας τους γιά ὅ,τι διέπραξαν ἤ παρέλειψαν, οἱ ψυχές τους ἐξαγνίζονται μετά θάνατον μέ καθαρτήριες καί ἐξαγνιστικές ποινές, ὅπως ἐξήγησε ὁ ἀδελφός μας Ἰωάννης [Parastron]. Οἱ πρεσβεῖες τῶν ζώντων πιστῶν, ἤτοι ἡ εὐχαριστιακή θυσία, οἱ προσευχές, οἱ ἀγαθοεργίες καί ἄλλα ἔργα εὐσέβειας πού οἱ πιστοί κάνουν κατά τά εἰωθότα καί σύμφωνα μέ τούς θεσμούς τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι χρήσιμες γιά νά ἀπαλύνουν τούς πόνους τῶν κεκοιμημένων. Οἱ ψυχές ἐκείνων πού, μετά τή λήψη τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, δέν ὑπέπεσαν σέ καμία ἀπολύτως ἁμαρτία, οἱ ψυχές ἐπίσης ἐκείνων πού, ἀφοῦ προσβλήθηκαν ἀπό τό μίασμα τῆς ἁμαρτίας, ἐξαγνίστηκαν εἴτε ὅσο ἦσαν ἀκόμη στό σῶμα τους εἴτε ὅταν ἀποχωρίσθηκαν ἀπό αὐτό, ὅπως προαναφέρθηκε, γίνονται ἀμέσως δεκτές στόν οὐρανό. Οἱ ψυχές ὅμως ἐκείνων πού πεθαίνουν σέ κατάσταση θανάσιμης ἁμαρτίας ἤ μόνο μέ τό προπατορικό ἁμάρτημα κατέρχονται στήν Κόλαση, ὅπου ὑπόκεινται σέ ἀνάλογες ποινές»[5].
Εἶναι γνωστό, βεβαίως, ὅτι ἡ ὁμολογία πίστεως τῆς ἑνωτικῆς Συνόδου τῆς Λυῶνος, ἡ ὁποία ὑπεγράφη ἀπό τούς ἀντιπροσώπους τοῦ Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορα, ἀπερρίφθη λίγο μετά ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὅπως καί νά ἔχει, διαπιστώνουμε ὅτι τό προαναφερθέν κείμενο εἶναι μετριοπαθές, ἀφοῦ δέν θέτει ἄμεσα οὔτε τό ζήτημα τοῦ Καθαρτηρίου ὡς τόπου, οὔτε τοῦ καθαρτηρίου πυρός ὡς ἔννοιας (δύο ἐπίμαχα ζητήματα), ἀλλά ἀναφέρεται ἁπλῶς στίς «καθαρτήριες καί ἐξαγνιστικές ποινές». Ἄλλωστε, δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ἐπρόκειτο γιά ἕνα κείμενο συμφωνίας, μέ σκοπό νά ὁδηγήσει σέ μία εὐρεία συμφωνία στόν κόλπο τῶν δύο Ἐκκλησιῶν.
Παρόμοια μετριοπάθεια, γιά τούς ἴδιους λόγους, χαρακτηρίζει καί τήν ἀκόλουθη διατύπωση τῆς ἑνωτικῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας (1439):
«Οἱ ψυχές αὐτῶν πού μετανοοῦν ἀληθινά καί πεθαίνουν ἐν ἀγάπῃ Θεοῦ, πρίν λάβουν τούς ἄξιους καρπούς τῆς μετανοίας καί ἀποκαταστήσουν τά ἀδικήματα πού διέπραξαν διά πράξεων ἤ διά παραλείψεων, ἐξαγνίζονται μετά τόν θάνατό τους μέ καθαρτήριες τιμωρίες»[6].
Δεδομένου ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Φλωρεντίας συγκλήθηκε μέ σκοπό τήν ἐπανένωση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς καί τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (καίτοι ἡ ὁμολογία πίστεως τῆς Συνόδου τελικά ἀπερρίφθη ἀπό τήν τελευταία), ἡ προαναφερθεῖσα διατύπωση προέκυψε μετά ἀπό ἔντονες συζητήσεις καί παρουσιάζει τή λατινική θέση μέ μετριοπαθῆ τρόπο.
Ἡ διατύπωση τῆς Συνόδου τοῦ Τριδέντου (1563) εἶναι σαφέστερη:
«Ἡ Καθολική Ἐκκλησία, διδαχθεῖσα ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἀφορμώμενη ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τήν ἀρχαία παράδοση τῶν Πατέρων, ἐδίδαξε στίς ἅγιες Συνόδους καί κατά τήν τελευταία Οἰκουμενική Σύνοδο[7] ὅτι ὑπάρχει Καθαρτήριο καί οἱ ψυχές πού κρατοῦνται ἐκεῖ βοηθοῦνται διά τῶν ἱκεσιῶν τῶν πιστῶν καί κυρίως διά τῆς θεαρέστου Θείας Λειτουργίας. Ἐπιπλέον, ἡ Ἁγία Σύνοδος προτρέπει τούς Ἐπισκόπους νά κάνουν ὅ,τι δυνατόν προκειμένου τό ὀρθό περί Καθαρτηρίου δόγμα,
παραληφθέν ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες καί τίς ἅγιες Συνόδους, νά καταστεῖ ἀντικείμενο πίστεως τῶν πιστῶν καί νά διαφυλαχθεῖ ἀπ’ αὐτούς, νά διδάσκεται καί νά κηρύσσεται παντοῦ»
[8].
Τό πρόσφατο κείμενο τῆς Κατηχήσεως τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπιβεβαιώνει ἐκ νέου τό δόγμα περί Καθαρτηρίου, ἀφοῦ τό παρουσιάζει ὡς ἕνα ἄρθρο τῆς ρωμαιοκαθολικῆς πίστεως, παραθέτοντας μάλιστα καί τούς ὁρισμούς αὐτοῦ[9]. Βεβαίως, οἱ ὁρισμοί αὐτοί δέν ἀναφέρονται ρητῶς στή φύση τοῦ Καθαρτηρίου, παρά τό γεγονός ὅτι στή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία εἶχε ἤδη ἀναπτυχθεῖ τόσο πρωτύτερα[10], ὅσο καί μεταγενέστερα[11] μία διεξοδική θεολογία τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀσχολήθηκε ἐπισταμένως μέ αὐτούς. Ἄλλωστε, ἡ θεολογία αὐτή, ἡ ὁποία συνδυάζεται ἀπό μία σειρά ἀπεικονίσεων καί πρακτικῶν εὐσεβείας ἀναφορικά μέ τό Καθαρτήριο, χαρακτηρίζει περισσότερο τή συνείδηση τῶν ρωμαιοκαθολικῶν ἀπό τούς ὁρισμούς καθεαυτούς. Καί ἐνῶ οἱ ἀπεικονίσεις τοῦ Καθαρτηρίου, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ Σύνοδος τοῦ Τριδέντου ὑπό τήν πίεση τῆς προτεσταντικῆς κριτικῆς ἀποστασιοποιήθηκε μερικῶς, τείνουν νά ἐξαφανισθοῦν, οἱ σχετικές πρακτικές εὑρίσκουν μεγάλη ἀπήχηση στούς κόλπους τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας.

 

(συνεχίζεται)




[1] ¹. Βλ. Ρ. RONCAGLIA, Georges Bardanes, métropolite de Corfou, et Barthélemy de l'ordre franciscain. Les discussions sur le Purgatoire (15 octobre – 17 novembre 1231). Étude critique avec texte inédit, Rome 1953.

[2] Ὅπως λίγους αἰῶνες πρωτύτερα εἶχε διαδοθεῖ ἡ φήμη ὅτι εἶχαν ἀπαλείψει τό «Filioque» ἀπό τό Σύμβολο τῆς Πίστεως!

[3] Βλ. Α. MICHEL, «Purgatoire», Dictionnaire de théologie catholique, t. 13, Paris 1936, col. 1247-1248.

[4] Denzinger, σ. 838. Πρβλ. MANSI XXII, 581-582.

[5]  Denzinger, σ. 856-858.

[6] Denzinger, σ. 1304.

[7] Βλ. Denzinger, σ. 1580: «Ἐάν κάποιος ὑποστηρίζει ὅτι, ἀφοῦ λάβει διά χάριτος τή δικαίωση, κάθε μετανοηθείς ἁμαρτωλός τυγχάνει ἀφέσεως ἁμαρτιῶν καί ἡ αἰωνία καταδίκη του αἴρεται, ἔτσι ὥστε νά μήν ἰσχύει πλέον ἡ ἔκτιση καμμίας πρόσκαιρης τιμωρίας, εἴτε στόν κόσμο αὐτόν εἴτε στόν μέλλοντα κόσμο καί στό Καθαρτήριο, πρίν νά ἀνοίξει ἡ εἴσοδος στό Βασίλειο τῶν οὐρανῶν, ἀνάθεμα».

[8] Denzinger, σ. 1820.

[9] Catéchisme de l'Église catholique, Cité du Vatican et Paris 1992, n° 1030-1032.

[10] Βλ. J. LE GOFF, La Naissance du Purgatoire, Paris 1981.

[11] Βλ. κυρίως Α. MICHEL, «Purgatoire», Dictionnaire de théologie catholique, 13-1, 1936, col. 2246-2261.


Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top