4. ΑΒΡΑΑΜ 

• Ὁ Χριστός ἀποκαλεῖ τόν Παράδεισο «κόλπο (= ἀγκαλιά) τοῦ  ̓Αβραάμ» (Λουκ. 16:22). Γιατί ὁ  ̓Αβραάμ είχε κάτι το ξεχωριστό. Κάτι πού σαγήνεψε κι' Αὐτόν τόν Ἴδιο το Χριστό. 
• Δέν εἶχε μόνο φιλόξενη καρδιά (ἐξ οὗ καί ἡ φράση «ἀβραμιαία φιλοξενία»), ἀλλ ̓ εἶχε κάτι τό ἀσύγκριτα παραπάνω: Τελεία αὐταπάρνηση προς χάριν τοῦ Θεοῦ. 
Ας το δοῦμε. 
Είναι χειμώνας. Ἕνας ξυπόλυτος κτυπᾶ τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ σου, ζητώντας ἕνα ζευγάρι παπούτσια. Τί θά κάμεις; Θά τοῦ δώσεις; Αν τοῦ δώσεις, ποιό ζευγάρι θά τοῦ δώσεις; Το καλύτερο ἤ τό χειρότερο; 
Ἡ φιλαυτία σου θά σέ κάνει νά τοῦ δώσεις ὅ,τι το χειρότερο. (Δοκίμασε...) 
Πρός χάριν τοῦ Κυρίου δυσκολεύεσαι να δώσεις (νά ἀποχωρισθεῖς) ἕνα παλιοζευγάρι παπούτσια. Σκέψου πόσο θά δυσκολευόσουν, ἄν ὁ Κύριος σοῦ ἔλεγε νά ἀφήσεις τό σπίτι σου, τα χωράφια σου, προπαντός τά ἀγαπημένα σου πρόσωπα και νά ἐγκατασταθεῖς σέ ἄγνωστη χώρα ὅπως ἔγινε μέ τόν Αβραάμ. 
«Φύγε ἀπό τήν πατρίδα σου, τους συγγενεῖς σου, τό πατρικό σου σπίτι, καί ἔλα στον τόπο πού θά σοῦ δείξω» εἶπε ὁ Θεός στόν ἑβδομηνταπεντάχρονο Αβραάμ (Γεν. 12:1-4). 
«Ἔλα στόν τόπο πού θά σοῦ δείξω» τοῦ εἶπε ὁ Θεός. Τίποτε ἄλλο. Δέν τοῦ περιέγραψε, πῶς θά εἶναι αὐτός ὁ τόπος. Δέν τοῦ εἶπε, πώς «ἐκεῖ πού σοῦ λέω νά πᾶς, θά εἶναι σάν Παράδεισος», καί νά χαρεῖ. Ὄχι μόνο αυτό. Αλλ ̓ οὔτε κἄν τοῦ ἀνέφερε, ποῦ ἀκριβῶς θά πάει. Τόν ἄφησε μετέωρο. 
Ὁ Αβραάμ ἀπό τήν πλευρά του θά μποροῦσε νά Τοῦ πεῖ: «Κύριέ μου, μου λές να ξενιτευθῶ. Πές μου, τέλος πάντων, ποῦ θά πάω; Ποῦ;» (Αλλο να ξέρεις που πηγαίνεις, κι' ἄλλο νά μήν ξέρεις). Παρόλο αυτό, ὁ γερο- ̓Αβραάμ δέχθηκε ἀσυζητητί τήν θεία ἐντολή. 
Χωρίς «περιστροφές» πῆρε τήν γυναίκα του Σάρρα καί τόν ἀνεψιό του τόν Λώτ. Αφησε τους ἀγαπητούς του φίλους καί συγγενεῖς. Φόρτωσε τά πράγματά του στις καμήλες. Καί ξεκίνησε γιά τό ἄγνωστο. (Γεν. 12:7) 
Βάδιζε. Πέρασαν δυό-τρεῖς ἡμέρες. Ὁ Θεός ἀκόμα νά τοῦ φανερωθεῖ γιά νά τοῦ δείξει τήν καινούργια του πατρίδα. 
Πέρασαν ἄλλες τρεῖς ἡμέρες, πέρασε μία ἑβδομάδα. Ακόμα. 
Συνεχίζει την πορεία, ξενυχτώντας στους δρόμους, περνώντας μονοπάτια και δύσβατα τοπία. 
Συμπλήρωσε δεκαπέντε μέρες. Κάλυψε περί τά 750 χιλιόμετρα. Ἔφθασε στή Χαναάν. 
Τώρα (μετά από 15 ημέρες) τοῦ φανερώνεται ὁ Θεός, δείχνοντάς του την Χαναάν ὥς καινούργια του πατρίδα (Γεν. 12:7). 
• Γιατί ὁ Θεός δέν τοῦ ὑπέδειξε εὐθύς ἐξ ἀρχῆς τήν καινούργια του πατρίδα; Γιατί τήν ὑπέδειξε στο τέλος, κρατώντας τον τόσες ἡμέρες σέ ἀγωνία; 
Γιά νά «γυμνασθεῖ» περισσότερο ὁ καλός Του δοῦλος Αβραάμ. Καί νά φανερωθεῖ ἡ ἀπόλυτή του ἐμπιστοσύνη, πού εἶχε στο Θεό. 
• Πῶς τά κατάφερε ὁ  ̓Αβραάμ καί πῆρε μιά τόσο γενναία απόφαση; 
Ἔβαλε κάτω τό συναίσθημα, το σκεπτικό του, τό ἐξέτασε καί εἶπε: «Ὁ Θεός μοῦ λέει να κάνω αὐτό, ἀλλά βλέπω πώς ἀντιδρῶ. Ὅμως, ποιός σκέπτεται πιο σωστά; Εγώ ἤ ὁ Θεός; Καί 'γώ τί πρέπει να κάνω; Αὐτό πού ὑπαγορεύουν οἱ ἐπιθυ μίες μου, ἤ αὐτό πού ὑπαγορεύει ὁ Θεός;» 
Και φυσικά ὁ  ̓Αβραάμ τό δικό του σκεπτικό δέν τό ἔβλεπε ὡς παράλογο, ἀλλ' ὡς ὀρθό. «Μά ἐγώ (ἔλεγε) ἐδῶ μεγάλωσα, ἐδῶ εἶναι ἡ πατρίδα μου. Περνάω καλά. Γιατί, λοιπόν, να ξενιτευθῶ; Γιατί νά μπῶ σέ περιπέτειες; Γιατί;». 
Καί ὅμως. Περιφρόνησε, ποδοπάτησε, θυσίασε (!) τό δικό του θέλημα καί ὑποτάχθηκε ἐξ ὁλοκλήρου στο θέλημα τοῦ Θεοῦ[1].
• Καί μέ τί ψυχική διάθεση ἔκανε ὁ  ̓Αβραάμ) τό μακρυνό καί «πρωτότυπο» αὐτό ταξίδι; Αγχωμένος; Σκυθρωπός; Λές καί πήγαινε σε κάτεργα; Ἤ κεφᾶτος και χαρούμενος; 
Ὁ Θεός θέλει ὅ,τι κάνομε γι' Αὐτόν, νά τό κάνομε μέ τήν καρδιά μας. «Δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ ἐν εὐφροσύνῃ» (Ψαλμ. 99:2). Επομένως, πρίν ὁ Θεός δώσει τήν ἐντολή στο δοῦλο Του Αβραάμ, «ζύγισε» πρῶτα τήν καρδιά του. Εξέτασε τήν διάθεσή της, τίς προθέσεις της. Καί σάν καρδιογνώστης εἶδε πώς ὁ δοῦλος Του τόν βαρύ αυτό σταυρό θά τόν σήκωνε ἐκ καρδίας. Καί τοῦ τόν ἀνέθεσε. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ  ̓Αβραάμ ξεσπιτώθηκε μέ τήν καρδιά του, καί πήγαινε στην ξενιτειά μέ τήν καρδιά του. Διαφορετικά δέν θά ἦταν ἀξιομίμητος. Καί ὁ ἀπ. Παῦλος δέν θά τόν ἐγκωμίαζε (Ρωμ. 4:3, 'Eẞp. 11:8). 
Αὐτό ὅμως δέ σημαίνει πώς ὡς ἄνθρωπος, καί μάλιστα μέ αἰσθήματα (= εὐσπλαχνία), δέν πονοῦσε ψυχικά. Καί βέβαια πονοῦσε. 
Πόσο θα πονοῦσε, ὅταν ἀποχωρίζονταν για πάντα τό πατρικό του σπίτι, τους φίλους του κ. ἄ., πού πέρασε μαζί τους ἑβδομήντα πέντε ολόκληρα χρόνια. 
Ὅμως ὁ πόνος του αὐτός «χρωματιζόταν» ἀπό οὐράνια ἀγαλλίαση. Τόν ἐπισκίαζε ἡ θεία Χάρη, σάν θεῖο δῶρο γιά τήν ὁλόψυχη καί ὁλοκληρωτική του παράδοση στον Κύριο. 
Πέρασαν εἰκοσιπέντε χρόνια ἀπό τήν ἡμέρα πού ὁ  ̓Αβραάμ ἐγκαταστάθηκε στή Χαναάν. Ἔγινε ἑκατό ἐτῶν, ἡ γυναίκα του Σάρρα ἐνενήντα ἐτῶν (Γεν. 17:17). 
Ὁ Θεός στό γεροντικό αυτό ζευγάρι διεμήνυσε πώς θά ἀποκτήσει παιδί. Θά εὐλογοῦσε τό παιδί ὁ Ἴδιος ὁ Θεός καί θά γινόταν πατριάρχης πολλῶν λαῶν (Γεν. 15:16). 
Πράγματι ἡ Σάρρα, παρόλη τήν ἡλικία της, ἀπέκτησε υἱό, τόν Ἰσαάκ. 
Το παιδί μεγάλωνε, γεμίζοντας χαρά τήν ξενιτεμένη οἰκογένεια. Ἔφθασε στήν ἐφηβεία· ἔγινε μεγάλο παλληκάρι. 
Οἱ γέροντες γονεῖς του περίμεναν εναγωνίως πότε ὁ Θεός θά ἐκπληρώσει τήν ὑπόσχεσή Του. Πότε θά δοῦν τόν γυιό τους πατριάρχη πολλῶν ἐθνῶν. 
Και ξαφνικά πέφτει κεραυνός!! Ὁ Θεός ἀπαιτεῖ ἀπό τόν  ̓Αβραάμ να σφάξει το παιδί του (Γεν. 22:1-2)!!! 
Σίγουρα ἕνας κοινός θνητός, στη θέση τοῦ  ̓Αβραάμ θά ξεσποῦσε καί θά ἔλεγε: 
- Θεέ τί μοῦ λές; Νά σφάξω τόν μοναχογιό μου; Την μόνη ἐλπίδα καί παρηγοριά ἐδῶ στην ξενιτειά; Μά τί κακό σοῦ ἔκανε; 
- Ἐσύ δέν μοῦ τό δήλωσες, πώς τό παιδί αὐτό θα γίνει πατέρας πολλῶν ἐθνῶν; Πῶς τώρα μοῦ λές γιά νά τό σφάξω; 
Ἐμένα, τέλος πάντων, βρῆκες να σταυρώσεις, πού γιά Σένα ἄφησα τα πάντα; 
Καί θά ἀμφέβαλλε γιά τήν Πανσοφία καί γιά τήν Φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. 
Ὅμως ὁ  ̓Αβραάμ δέν εἶπε τίποτε ἀπ' αὐτά. 
Αλλ' ἔσπευσε νά κάνει ὅ,τι τοῦ εἶπε ὁ Κύριος (ἔχοντας ἀπόλυτη εμπιστοσύνη στη Φιλανθρωπία Του). Σηκώθηκε πρωί-πρωί, σαμάρωσε τό γαϊδουράκι, καί ἑτοιμάσθηκε να πάει να σφάξει τό παιδί του. Επειδή ἔτσι τό ἤθελε ὁ Θεός. 
Μά δέν πονοῦσε σάν πατέρας μ' αὐτό τό φοβερό που πήγαινε να κάνει; 
Καί βέβαια! Καί ἕνα ζῶο να σφάξει ὁ ἄνθρωπος, πονᾶ. Πόσο μᾶλλον τό ἀγαπημένο του μοναχοπαίδι. Ράγιζε ἡ καρδιά του. Ήταν σαν να ἔσφαζε τόν ἑαυτόν του κι' ὄχι τόν υἱόν του[2].
Ὁ Ἰσαάκ περνοῦσε στο πατρικό του σπίτι τίς τελευταίες του στιγμές. Ο γερο-'Αβραάμ τόν κοίταζε και σπάραζε ἡ καρδιά του. Ὅμως, ἡ σκέψη πώς αὐτό πού κάνει, το κάνει γιατί θέλει ὁ Κύριος, τοῦ 'δινε κουράγιο. Θεία παρηγοριά. 
Ξεκίνησαν. 
Τρεῖς ἡμέρες διήρκεσε ὁ μαρτυρικός αὐτός δρόμος (Γεν. 22:3). Κάθε βῆμα, κάθε λόγος, κάθε κίνηση τοῦ Ἰσαάκ ἦταν πόνος γιά τόν πατέρα Αβραάμ. 
«Σταθεῖτε ἐδῶ μέ τό γαϊδουράκι, στους πρόποδες τοῦ ὄρους (λέει ὁ  ̓Αβραάμ στους ὑπηρέτες του). Εγώ μέ τό παιδί μου θ ̓ ἀνεβοῦμε ἐπάνω· θά προσκυνήσομε καί θά ξαναγυρίσομε» (Γεν. 22:5). 
«Φόρτωσε» τα ξύλα στόν Ἰσαάκ. Ὁ ἴδιος πῆρε τό μαχαίρι, καί τή «φωτιά» πού θ' ἄναβε τά ξύλα. Καί ἀνέβαιναν. 
Ὁ Ἰσαάκ ἀκόμα δεν κατάλαβε τό δράμα πού παιζόταν. 
- Πατέρα; (ρώτησε) 
- Τί εἶναι, παιδί μου; 
- Ποῦ εἶναι τό πρόβατο που θα προσφέρομε θυσία στο Θεό; 
- Παιδί μου, θα φροντίσει ὁ Θεός (Γεν. 22:7-8). Ἔφθασαν στην κορυφή. Ο Αβραάμ ἔφτιαξε μέ τά ἴδια του τά χέρια ἕνα πρόχειρο πέτρινο θυσιαστήριο, ὅπου θά γινόταν ἡ θυσία. Ἔβαλε ἐπάνω τά ξύλα, γιά νά γίνει τό ὁλοκαύτωμα. 
Ὁ Ἰσαάκ κατάλαβε... 
Σαν νεαρός πού ἦταν, μποροῦσε κάλλιστα να το βάλει στα πόδια, καί νά ἐξαφανισθεῖ. Ὅμως ὑποτάχθηκε κι' αυτός στό θέλημα τοῦ Ἐπουρανίου Πατέρα του. Ἔγινε ἔτσι ἕνα «ἄβουλο ὄν» στά χέρια τοῦ  ̓Αβραάμ. Στάθηκε, καί τοῦ ἔδεσε τά πόδια (Γεν. 22:9). Τόν ἔβαλε στα ξύλα, καί πῆρε το μαχαίρι. 
Στήν κρίσιμη αυτή στιγμή επενέβη ὁ Θεός. Ἔστειλε ἄγγελο ἐξ' οὐρανοῦ, ἐμποδίζοντάς τον να θυσιάσει το παιδί του. 
- Αβραάμ, Αβραάμ. (τοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος)
- Ὡρίστε! Διατάξτε. 
-Μή θυσιάζεις τό παιδί σου. Απέδειξες ὅτι πράγματι φοβᾶσαι τόν Θεό. Ὁ Κύριος (συνέχισε ὁ ἄγγελος) ὁρκίσθηκε στόν ἑαυτόν του. Επειδή πρός χάριν Του δέν λυπήθηκες τόν ἀγαπητόν σου υἱόν, σέ διαβεβαιῶ, ὅτι οἱ ἀπόγονοί σου θα πληθυνθοῦν σάν τά ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ καί σάν τήν ἄμμο τῆς θαλάσσης.  ̓Αλλά καί θά εὐλογηθοῦν πλουσίως (Γεν. 22:10-17). 
Πόσο πλούσια ἀμείφθηκε τώρα ὁ  ̓Αβραάμ ἀπό τόν Κύριο! Η μήπως δέν τό ἄξιζε;[3] 
Ἕνας ὁδοιπόρος (λέει ἕνας μύθος τοῦ Αἰσώπου), καθώς βρισκόταν σέ ἕνα δρόμο, βλέπει μπρός του μια χούφτα από καρύδια. Πεινασμένος ὅπως ἦταν, τά ἔσπασε, καί ἔφαγε ὅλη τήν ψύχα. Ἔμειναν ὅμως τά τσόφλια. Κάτι ἔπρεπε νά τά κάνει, μιᾶς καί δέν μποροῦσε νά τά φάει. Καί βρῆκε τη λύση: Τά πρόσφερε θυσία στο Θεό. 
Αν ἤθελε να προσφέρει θυσία στο Θεό, θά ἔπρεπε να προσφέρει ὅλα τά καρύδια (καί τήν ψύχα). Ἂν ὄχι ὅλα, τουλάχιστον μερικά. Αλλ' αὐτός ὅμως προτίμησε να προσφέρει ὅλα τά τσόφλια. 
Ἔστω. Ἔστω, ὅτι καλῶς ἔκανε και πρόσφερε τα τσόφλια. Πότε ὅμως τα πρόσφερε; Στο τέλος. ('Αφοῦ πρῶτα ἔφαγε...) 
Καί εἶχε ὁ δύστυχος τήν ψευδαίσθηση, ὅτι ἔκανε τό καθῆκον του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 
Σίγουρα. Ἡ συνείδησή μας κατακρίνει τήν ἐνέργεια (κοροϊδία) αὐτή τοῦ ὁδοιπόρου. 
Μήπως ὅμως τοῦ μοιάζομε καί 'μεῖς; Μήπως ὅλη τήν «φαιά» οὐσία τῆς ζωῆς μας τήν σπαταλᾶμε σε χίλιες-δυό κοσμικές υποθέσεις, ἄσχετες μέ τό Θεό; Καί ὅ,τι (καί ἄν) ἀπομείνει, τό προσφέρομε «θυσία» στον Θεό; (ὅταν λ.χ. εὐκαιροῦμε πᾶμε στήν ἐκκλησία, ἤ νηστεύομε ὅσο το λιγότερο δυνατόν κ.ἄ) 
Ας συγκρίνομε τίς «θυσίες» πού κάνομε στο Θεό (ἐμεῖς, πού ζοῦμε μετά Χριστόν), μέ τίς θυσίες πού ἔκανε ὁ  ̓Αβραάμ (πού ζούσε πρό Χριστοῦ). 




[1] Ας κάνομε μία σύγκριση: Πᾶς νά ἐξομολογηθεῖς. Ο πνευματικός πατήρ, σοῦ λέει να κάνεις κάτι (ασύγκριτα ελαφρότερο ἀπ' αὐτό πού εἶπε ὁ Θεός στόν Αβραάμ) καί σύ ἀντιδρᾶς. Επιμένεις σώνει καί καλά να γίνει τό δικό σου, τό «θεόπνευστο», το «σοφό» σου θέλημα. Καί τά καταφέρνεις. Καί ἀντί νά ντρέπεσαι, καμαρώνεις!


[2] Αὐτό βέβαια δεν σημαίνει πώς ἔκανε ἀγγαρεία. Τουναντίον θυσίασε τόν υἱό του ἐκ καρδίας, τοῦτο φαίνεται ἀπό τά ἑξῆς δύο σημεῖα:
1. Μέ τή σκέψη καί τήν ἀγωνία μήπως τυχόν στον τόπο τῆς θυσίας δέν θά βρεῖ ξύλα, φρόντισε καί πῆρε μαζί του (ξύλα) ἀπό τό σπίτι. «Σχίσας ξύλα εἰς ὁλοκάρπωσιν» (Γεν. 22:3).
2. “Προκειμένου να προλάβει τις τυχόν ἀντιδράσεις τοῦ παιδιοῦ του, ἔκρυψε το σχέδιό του.
Μέ ἄλλα λόγια, ἄν ὁ ̓Αβραάμ δέν θυσίαζε ἐκ καρδίας τόν υἱόν του, ἀλλ ̓ ἔκανε ἀγγαρεία, θά ἔψαχνε νά βρεῖ δικαιολογία, ὥστε νά ἀποφύγει τό μοιραῖον. Καί ἕνας τρόπος ἦταν, νά πεῖ στόν Ἰσαάκ, πώς πρόκειται να τον θυσιάσει, μέ τήν κρυφή ἐλπίδα νά ἀντιδράσει (ὁ Ἰσαάκ)· νά ἀρνεῖται ἐπιμόνως, κι' αὐτός νά «προσπαθεῖ» νά τόν «πείσει», χωρίς νά τόν καταφέρει. Καί τότε νά πεῖ (κοροϊδέψει) στόν Θεό: «Θεέ μου. Βλέπεις, πώς δέν μπορῶ νά κάνω τίποτε. Λυπάμαι...».

[3] Ο Θεός μίλησε στον ̓Αβραάμ, μίλησε καί στόν Κάϊν. Τόν πρῶτον τόν παρώτρυνε να σφάξει το παιδί του, τόν δεύτερο νά μή σφάξει τόν ἀδελφό του.


0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top