Υπάρχει ένας ιδιαίτερος τύπος πιστού-αγωνιστή, του οποίου το χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι μια νοσηρή, αν όχι μανιακή, αναζήτηση των εχθρών της Ορθοδοξίας, οι οποίοι, επιταχύνουν όσο μπορούν τον ερχομό του Αντιχρίστου.
Κατά τη σκέψη αυτών των «αγωνιστών», το βασικό καθήκον των Ορθοδόξων είναι να αντισταθούν στα σχέδια αυτών των τελευταίων να μετατρέψουν την Εκκλησία σε άντρο και οχυρό τους.
Στα έντυπα και, πλέον, στα ηλεκτρονικά μέσα δημοσιεύεται ένα αρκετά ευρύ φάσμα «εχθρών».
Η ένταση τέτοιων δημοσιευμάτων και το πάθος που προκαλούσαν άσκησαν σημαντική επίδραση σε ένα συγκεκριμένο τμήμα του εκκλησιαστικού αναγνωστικού κοινού, το οποίο ήταν πρόθυμο να δραστηριοποιηθεί. Άρχισαν να δημιουργούνται κύκλοι ομοφρόνων, μικρές κινήσεις και αδελφότητες, ενωμένες από την κοινή ιδέα της αντίστασης στις «δυνάμεις του κακού», ανάμεσα στις οποίες εξέχουσα θέση κατείχαν οι «προδότες της Ορθοδοξίας».
Έτσι διαμορφώθηκε μια εντελώς ιδιαίτερη μορφή του «αγωνιστή, στην τυπολογία της οποίας θα ήθελα να προσκαλέσω τον ευμενή αναγνώστη να στρέψει την προσοχή του. Σκοπός μου, ωστόσο, δεν είναι ούτε να υπερασπιστώ την ορθότητα της εκκλησιαστικής ηγεσίας, ούτε να αντιπαρατεθώ στα επιχειρήματα και στις θεωρίες των «αγωνιστών», πολύ περισσότερο δε να προβώ στην αναλυτική εξέτασή τους.
Οι «αγωνιστές» αποτελούν στην πραγματικότητα ένα εξαιρετικά ετερόκλητο σύνολο ανθρώπων. Συχνά υποστηρίζουν απόψεις που, αν όχι εκ διαμέτρου αντίθετες, πάντως δύσκολα συμβιβάζονται μεταξύ τους. Δεν μπορεί να ειπωθεί ότι συμφωνούν πάντοτε σε όλα· αντιθέτως, συχνά επικρίνουν ο ένας τον άλλον για ορισμένες πεποιθήσεις τους και δεν διαθέτουν καμία οργανωμένη δομή. Αντίθετα, η έλλειψη συνοχής αποτελεί χαρακτηριστικό τους γνώρισμα.
Σε αυτούς μπορεί να ανήκει το μεγαλύτερο μέρος διαφόρων ομάδων, οπαδών, αντιοικουμενιστών κάθε απόχρωσης. Πρέπει όμως εξαρχής να διευκρινίσουμε ότι ο «αγωνιστής» που εξετάζουμε δεν αποτελεί φαινόμενο αποκλειστικά του θρησκευτικού χώρου.
Αυτό που επίσης ενώνει τους «αγωνιστές» είναι μια διαρκής κινδυνολογία – μια αγχώδης και ανήσυχη ψυχική κατάσταση, που εκδηλώνεται ως μόνιμη νευρική αναμονή μιας προδοσίας της Ορθοδοξίας από την εκκλησιαστική ιεραρχία. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και η πανικόβλητη, αθεράπευτη αναμονή της έλευσης του Αντιχρίστου και του τέλους του κόσμου.
Θα ήθελα να τονίσω ότι ακριβώς αυτό το πνεύμα κινδυνολογίας διαποτίζει την πλειονότητα των φυλλαδίων και των λιβελογραφημάτων που έχουν γραφτεί από τους «αγωνιστές», οι περισσότεροι από τους οποίους δύσκολα θα μπορούσαν να κατηγορηθούν για κακή πρόθεση ή ανειλικρίνεια. Η ακλόνητη και απολύτως ειλικρινής πεποίθησή τους ότι έχουν δίκιο είναι εκείνη που προσδιορίζει κυρίως το περιεχόμενο του όρου «αγωνιστής»· γι' αυτό και μου φάνηκε ο πιο εύστοχος χαρακτηρισμός για την κατηγορία αυτή των ανθρώπων.
Όταν μιλούν για τα δεινά της Εκκλησίας και της πατρίδας , δεν αναφέρονται στα αίτια αλλά στους ενόχους. Έτσι προκύπτει ότι ο λαός, δηλαδή όλοι εμείς, δεν έχουμε αμαρτήσει σε τίποτε· είμαστε όλοι άγιοι και άμεμπτοι. Αυτή είναι η κοινή τους τάση να προβάλλουν το κακό αποκλειστικά προς τα έξω, κάτι που έρχεται σε άμεση αντίθεση με το ευαγγελικό διδασκαλικό πνεύμα της μετάνοιας. Δεν υπάρχει τίποτε για το οποίο να πρέπει να μετανοήσουμε· για όλα φταίνε οι μασόνοι, οι οικουμενιστές και οι παγκοσμιοποιητές.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του τρόπου σκέψης των «αγωνιστών» είναι η ύπαρξη μιας ιδιαίτερης μεταγλώσσας, την οποία χρησιμοποιούν όχι για να απευθυνθούν στη λογική του συνομιλητή τους, αλλά στα κρυφά στρώματα του υποσυνειδήτου του, δηλαδή στον ψυχισμό του. Με τον ίδιο τρόπο και η κινδυνολογία αποτελεί φαινόμενο ψυχολογικής φύσεως.
Ακριβώς επειδή αυτή η μεταγλώσσα απευθύνεται στην ψυχή και στο συναίσθημα και όχι στη λογική, κάθε επιστημονική ή θεολογική αντιπαράθεση με τους «αγωνιστές» καθίσταται ουσιαστικά άνευ νοήματος, διότι οι δύο πλευρές μιλούν διαφορετικές «γλώσσες». Οι ψυχικές εντυπώσεις δεν επιδέχονται διάψευση· όσο ικανός και αν είναι ένας πολεμιστής του λόγου που επιχειρεί, με επιχειρήματα της λογικής, να αντικρούσει την πανικόβλητη κινδυνολογία των «αγωνιστών», δεν πρόκειται να επιτύχει.
Οι ιδέες που αποτελούν αντικείμενο της συνήθους συλλογιστικής μπορούν να ανατραπούν με σαφή επιχειρήματα και πραγματικά γεγονότα. Στο επίπεδο όμως της ψυχικής λειτουργίας ούτε τα επιχειρήματα ούτε τα γεγονότα έχουν ουσιαστική σημασία, διότι αυτό που αισθάνομαι εγώ μπορεί να μην το αισθανθεί ποτέ κανείς άλλος, ενώ το συναίσθημα δεν αποδεικνύεται.
Η μεταγλώσσα των «αγωνιστών», όπως συμβαίνει και σε πολλές ολοκληρωτικές αιρέσεις, χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ορισμένων λέξεων-συμβόλων, οι οποίες, μόλις εκφωνηθούν, προκαλούν μέσα τους μια αλυσίδα ψυχικών αντιδράσεων, όπως θυμό, αγανάκτηση ή, αντίθετα, σεβασμό και αλληλεγγύη.
Αρκεί να ακουστούν λέξεις όπως «οικουμενισμός», «Βατικανό», «παγκοσμιοποίηση». Αυτές οι λέξεις-κλειδιά μπορούν να προκαλέσουν στους «αγωνιστές» ένα είδος «πεντάλεπτου μίσους».
Ακριβώς λόγω της υπεροχής της συναισθηματικής και ψυχικής δραστηριότητας έναντι της διανοητικής, σε αυτού του είδους τους ανθρώπους παρατηρούνται και άλλα χαρακτηριστικά, τα οποία γεννούν διαφορετικά προβλήματα. Διακρίνονται από ψυχική αστάθεια, γρήγορες μεταβολές της διάθεσης και έλλειψη πειθαρχίας.
Αρκεί να περιηγηθεί κανείς για λίγο σε ιστολόγια και διαδικτυακά φόρουμ αφιερωμένα σε παρόμοια θεματολογία για να διαπιστώσει ότι οι πιο φανατικοί και αδιάλλακτοι αντίπαλοι του οικουμενισμού και κάθε επαφής με τους αιρετικούς βρίσκονται σχεδόν ολόκληρο το εικοσιτετράωρο στο διαδίκτυο.
Η ανεπαρκής ανάπτυξη της διανοητικής λειτουργίας του εγκεφάλου, η οποία αντισταθμίζεται από ποικίλα ψυχικά φαινόμενα, που συχνά εξελίσσονται σε φοβίες, εμμονές και μανία καταδίωξης, καθιστά αυτούς τους ανθρώπους σχεδόν ανίκανους για διάλογο. Απλούστατα, δεν αισθάνονται την ανάγκη να διαλεχθούν με κάποιον, αφού είναι εκ των προτέρων απολύτως βέβαιοι για την τελική ορθότητα των εσωτερικών τους βιωμάτων, τα οποία εκφράζονται συνήθως μέσα από μακροσκελείς μονολόγους.
Από εδώ προέρχεται και η εντυπωσιακή ανεπάρκεια γνώσεων που χαρακτηρίζει αρκετούς «αγωνιστές», οι οποίοι όμως δεν διστάζουν να διατυπώνουν απόψεις για θεολογικά, κανονικά και εκκλησιαστικοϊστορικά ζητήματα. Παρά τον προφανή παραλογισμό και την αβάσιμη φύση των εκκλησιαστικοϊστορικών και κανονικών θεωριών τους, τα λόγια τους βρίσκουν έναν μικρό αλλά ιδιαίτερα θορυβώδη κύκλο υποστηρικτών. Αυτό όμως δεν οφείλεται στη δύναμη των τεκμηριωμένων επιχειρημάτων τους, αλλά στην αύρα του ίδιου του «αγωνιστή» – ενός ανθρώπου ίδιου με αυτούς.
Κατά τη διάρκεια μιας θεολογικής συζήτησης, οι άνθρωποι αυτοί μπορούν εύκολα να χρησιμοποιούν πολιτικά ή ιστορικά επιχειρήματα για να δικαιολογήσουν τη θέση τους, χωρίς να αισθάνονται την παραμικρή αμηχανία για το γεγονός ότι δεν αντιλαμβάνονται τα όρια μέσα στα οποία τέτοιου είδους επιχειρήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μια θεολογική αντιπαράθεση.
Όταν μιλούν για τους αγίους, για τους αγώνες ή τη διδασκαλία τους, συχνά αποσπούν ορισμένες μόνο σκέψεις ή περιστατικά από το ευρύτερο πλαίσιο, παραμένοντας αδιάφοροι απέναντι σε άλλα στοιχεία που θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν τα επιχειρήματά τους. Έτσι, όπως ακριβώς συνέβαινε με τους πρώτους Ιησουίτες, ο σκοπός φαίνεται να αγιάζει τα μέσα.
Το ουσιαστικό σημείο εδώ είναι ότι οι «αγωνιστές» δεν εκφράζουν απλώς ιδέες· διακηρύσσουν ιδέες στις οποίες πιστεύουν. Αυτό τις μετατρέπει από απλές γνώμες σε αντικείμενα πίστεως, κάτι που από τη φύση τους δεν θα έπρεπε να συμβαίνει.
Κάθε θεολογική αντιπαράθεση με τους «αγωνιστές» καταλήγει αναπόφευκτα σε πολιτική συζήτηση. Ενώ για τη θεολογία δείχνουν εμφανή αδιαφορία, για την πολιτική εκδηλώνουν συχνά ζωηρό ενδιαφέρον και παρουσιάζουν ορισμένες γνώσεις, οι οποίες όμως απέχουν πολύ από το να είναι ουσιαστικές ή βαθιά επεξεργασμένες.
Γι' αυτό δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι και στα κηρύγματά τους, ακούγονται συχνά λόγοι περί της μη χρειαζόμενης μόρφωσης ή περί της βλαπτικής επίδρασής της.
Άλλωστε, τι χρειάζονται όλα αυτά όταν το σημαντικότερο είναι να είναι κανείς «αγωνιστής»;
Έτσι, η πολιτική διάσταση μετατρέπεται σταδιακά σε πολεμική, ακόμη και σε μαχητική νοοτροπία. Δεν είναι τυχαίο ότι από τα χείλη αυτού του τύπου ανθρώπων ακούγονται συχνά κατάρες εναντίον διαφόρων εκκλησιαστικών ή κρατικών προσώπων. Παρερμηνεύοντας το χρέος του Ορθοδόξου να είναι στρατιώτης του Χριστού, οι «αγωνιστές» —είτε από πλάνη είτε από ενοχή— επεκτείνουν την αρχή της μαχητικότητας σε κάθε τομέα της ζωής.
Ακριβώς αυτή η ακραία πολιτικοποίηση, η τάση για επιδεικτικές ενέργειες, η εμμονή στην κοινωνική δράση και το ύφος των δημόσιων συγκεντρώσεων είναι εκείνα που διακρίνουν περισσότερο τους «αγωνιστές», ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους τοποθέτηση. Οι ιδεολογίες τους μπορεί να διαφέρουν, όμως η τυπολογία των εκδηλώσεων του πνεύματός τους είναι κοινή.
Παρά τις διαφορές τους, όλους τους ενώνει ένας ακραίος βαθμός ιδεολογικοποίησης ή, αν προτιμά κανείς, ιδεολογικής χειραγώγησης. Αυτό εκφράζεται στην ετοιμότητά τους να αγωνιστούν για την υπόθεσή τους με κάθε διαθέσιμο μέσο, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία για τη δική τους ορθότητα, επειδή πιστεύουν απολύτως ειλικρινά σε όσα λένε. Όμως αυτή δεν είναι πίστη στον αληθινό Θεό, αλλά πίστη στο είδωλο των δικών τους ιδεών και των προσωπικών τους ψυχικών διαισθήσεων, οι οποίες έχουν μετατραπεί σε αντικείμενα πίστεως.
Ένα ακόμη στοιχείο που δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής ενός προσεκτικού παρατηρητή είναι όχι μόνο ο έντονα κοσμικός προσανατολισμός των αναζητήσεων των «αγωνιστών», αλλά και η πραγματική τους αδιαφορία για την πνευματική ζωή.
Στην ουσία, δεν τους ενδιαφέρει η πνευματική εμπειρία των αγίων Πατέρων της ερήμου· δεν διακρίνονται από επιθυμία για πνευματική άσκηση και αύξηση εν Χριστώ. Και αυτό επειδή όλα αυτά δεν προσφέρουν δημόσιο βήμα ούτε μικρόφωνο. Εκείνο όμως ακριβώς που χρειάζονται οι «αγωνιστές», οι οποίοι δεν θέλουν να παραμένουν στην αφάνεια, είναι να αποκτήσουν οπαδούς και δόξα.
Ακούγοντας οτιδήποτε από τους λόγους τους, μένει κανείς με τη δυσάρεστη αίσθηση ότι μόλις ολοκληρώθηκε ομιλία κάποιου ακόμη αντιπολιτευόμενου κόμματος.
Από αυτό και από πολλά άλλα παραδείγματα μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κανείς ότι η δραστηριότητα των «αγωνιστών» είναι ουσιαστικά παραεκκλησιαστική. Τα εκκλησιαστικά ζητήματα που επικαλούνται δεν αποτελούν την πραγματική αιτία των αντιδράσεών τους, αλλά απλώς την αφορμή για μια ακόμη εκδήλωση δυσαρέσκειας. Αν π.χ. εξαφανιστεί ο οικουμενισμός, θα βρεθούν άλλες αιτίες διαμαρτυρίας, και αυτό θα συνεχιστεί επ' άπειρον.
Ας αναλογιστούμε τώρα τη σημασία και τον ρόλο αυτής της πολιτικοποίησης και της ιδεολογικοποίησης στην ψυχολογία των «αγωνιστών», έχοντας υπόψη και την αδιαφορία τους για την αυθεντική πνευματική ζωή.
Κατά τη γνώμη μου, οι «αγωνιστές» επιδιώκουν ασυνείδητα την εξουσία – ή, στην περίπτωση ορισμένων από αυτούς, την υποταγή σε μια εξουσία.
Αυτό που συμβαίνει στους κύκλους που εξετάζουμε μπορεί να χαρακτηριστεί με διάφορους τρόπους: μαζική υστερία ή ομαδική ψύχωση. Ευτυχώς, τα φαινόμενα αυτά δεν έχουν ακόμη λάβει κρίσιμες διαστάσεις ούτε για την Εκκλησία ούτε για τη κοινωνία, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στα τέλη του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα, όταν άνθρωποι, προσπαθώντας να διασώσουν την «παλαιά πίστη», εγκατέλειπαν οικογενειακώς τα σπίτια τους και κατέφευγαν στα δάση, περιμένοντας την εκδίκηση του «αντιχρίστου», ή ακόμη και αυτοπυρπολούνταν μαζί με τα παιδιά τους.
Σε ένα χωριό της περιοχής Πένζα, μερικές δεκάδες άνθρωποι θάφτηκαν κάτω από τη γη. Ο αριθμός δεν είναι μεγάλος. Άφησαν όμως πίσω τους μια διάχυτη ατμόσφαιρα ψευδομεσσιανικού ενθουσιασμού και έναν ψευδοπροφητικό παλμό εσχατολογικής κοινωνικοθρησκευτικής διαμαρτυρίας, ο οποίος αναπόφευκτα θα εκδηλωθεί ξανά στο μέλλον και ήδη δρα μέσα στους «αγωνιστές».
Η ανεπαρκής εκκλησιαστική κατήχηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα. Έτσι θα είναι ακόμη ευκολότερο να παρασυρθούν από τις εκκλήσεις κάποιας νέας γενιάς «αγωνιστών», όποιο χρώμα κι αν έχουν και κάτω από όποιες σημαίες κι αν εμφανιστούν.
Ο συγγραφέας αυτών των γραμμών απέχει πολύ από το να θεωρεί όλους τους «αγωνιστές» ψυχικά ασθενείς ή διανοητικά ανεπαρκείς. Το εντυπωσιακό είναι ακριβώς ότι, στη συντριπτική τους πλειονότητα, πρόκειται ακόμη και για υγιείς και ειλικρινείς ανθρώπους, οι οποίοι όμως έχουν μολυνθεί, σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας, από τα «ρεύματα» διαφόρων πνευματικών παθολογιών, που δημιουργήθηκαν όταν οι ιδέες πήραν τη θέση του πραγματικού αντικειμένου της πίστης..
Οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να έχουν διαφορετικές απόψεις και πεποιθήσεις, ακόμη και μέσα στην Εκκλησία. Κανείς δεν καλεί σε ομοιομορφία της σκέψης ούτε επιβάλλει τις δικές του αντιλήψεις στους άλλους. Μέσα στην Εκκλησία υπάρχει πάντοτε χώρος για υγιή κριτική και διάλογο, αρκεί να μην είναι ατεκμηρίωτος και να χαρακτηρίζεται από λογική συνέπεια.
Στην Εκκλησία όμως, ως Σώμα του Χριστού, δεν μπορεί να υπάρχει θέση για ψεύδος και υστερία, διότι τίποτε από αυτά δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει μέσα στον Χριστό.
Θα ήθελα να υπογραμμίσω ακόμη μία φορά ότι είναι μάταιο και αδύνατο να επιχειρήσει κανείς, με λογικά επιχειρήματα, να μεταπείσει έναν «αγωνιστή» που έχει πιστέψει στην ιδιαίτερη αποστολή και εκλογή του. Για τον λόγο αυτό, οι ταπεινές αυτές σκέψεις μου δεν απευθύνονται σε εκείνους, αλλά σε όλους όσους προσεύχονται για την ενότητα της Εκκλησίας, για το παρόν και το μέλλον της, σε όσους αγαπούν όλα τα παιδιά της, ανεξάρτητα από τις απόψεις που αυτά μπορεί να έχουν.
Ιερέας Αλέξανδρος Βασιούτιν
Παλαιόν το πάθος του ανόητου ζήλου!
ΑΓΑΘΟΣ ΚΑΙ ΚΑΚΟΣ ΖΗΛΟΣ - ΚΑΤ΄ ΕΠΙΓΝΩΣΙΝ ΚΑΙ ΜΗ ΚΑΤ΄ ΕΠΙΓΝΩΣΙΝ ΖΗΛΩΤΗΣ (ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ)
Η ΒΛΑΒΗ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΟΗΤΟ ΖΗΛΟ! (AΓ. ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ)
«....κατά τούτο διαφέρει ο υποκριτής του αληθούς ζηλωτού»
«Οἱ ἀνόητοι ζηλωτές συμπεραίνουν ὅτι πρωταρχική αἰτία τοῦ ζήλου τους εἶναι ἡ πίστη...»
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ - ΟΙ ΑΚΑΤΑΣΤΑΤΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΟΝΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΖΗΜΙΟΙ
ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: «Ὁδῷ πορεύοισθε βασιλικῇ, μὴ ἐκκλίνοντες εἰς δεξιά, μηδὲ εἰς ἀριστερὰ»
Αγίου Νεκταρίου - Περί δεισιδαιμονίας και δεισιδαίμονος
Η ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΗ (ΨΕΥΔΟ)ΣΕΜΝΟΠΡΕΠΕΙΑ (ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ)

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου