Η προσωποκεντρική
αντίληψη του γάμου
Η κοινωνία ενδιαφέρεται
μόνο για το βιολογικό και κοινωνιολογικό περιεχόμενο της συζυγικής ενώσεως. Δεν
χρειάζεται να λάβει θέση για την αγάπη· και όταν μιλά για αγάπη, εννοεί την
οικογένεια και όχι την ίδια την αγάπη. Η αγάπη διαφεύγει από αυτές τις μορφές
και απομακρύνεται ακόμη και από τη θρησκεία, όταν εκείνη δεν προσεγγίζει
επαρκώς το μυστήριο της αγάπης. Μια τέτοια «συναισθηματική διαπαιδαγώγηση»
γεννά διαιρέσεις, εκκοσμικεύει και τελικά απομακρύνει τον άνθρωπο από την
Εκκλησία. Από την άλλη πλευρά, και η σύγχρονη διδασκαλία δύσκολα ενθαρρύνει την
πνευματική διάσταση του γάμου· κοινωνιοποιημένη καθώς είναι, περιορίζεται σε
κοινοτοπίες περί της τεκνογονικής αγάπης. Ωστόσο, η διδασκαλία των Σχολαστικών
δεν είναι η μοναδική ούτε μπορεί με κανέναν τρόπο να αξιώνει ότι ταυτίζεται με
την Παράδοση.
Σήμερα αναδύεται μια εντελώς νέα πνευματικότητα, η οποία δεν αναζητεί τίποτε
λιγότερο ούτε τίποτε περισσότερο από μία ιερατική κλήση μέσα στη συζυγική αγάπη.
Μόνον όταν υπερβεί κανείς τη φιλοσοφία του «κοινού καλού» μπορεί να κατανοήσει
τη μοναδική αξία εκείνων που αγαπούν ο ένας τον άλλον. Αυτό ακριβώς το κρυφό
και εσωτερικό στοιχείο αγιάζεται μέσα στο μυστήριο. Η ίδια η αγάπη αποτελεί την
ύλη του μυστηρίου και δέχεται τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, την πεντηκοστή του
γάμου. Η κοινωνία γνωρίζει μόνο την εξωτερική όψη. Ανάμεσα στους δύο υπάρχει
μόνο ο Θεός ως το τρίτο πρόσωπο της σχέσεως· γι' αυτό και το νόημα του γάμου
βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη διπλή και άμεση σχέση με τον Θεό. Στα αρχαία
ελληνικά μυστήρια και στις τελετουργίες ο γάμος ονομαζόταν τέλος, δηλαδή
ολοκλήρωση, πληρότητα. Ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης το εξηγεί ως εξής:
«Οι Αθηναίοι ονόμαζαν τον γάμο "τέλος", επειδή στεφανώνει τον άνθρωπο
για ολόκληρη τη ζωή του.» Κατά τον ίδιο τρόπο, στον Πλάτωνα ο Έρως είναι ο
πόθος για ολοκλήρωση.
Ο Βλαδίμηρος Σολοβιώφ, στο έργο του ''Το νόημα της αγάπης'', ίσως το βαθύτερο από
τα συγγράμματά του, επανασυνδέει την αγάπη όχι με το είδος αλλά με το πρόσωπο. Ο
Σολοβιώφ δείχνει ότι στους κατώτερους οργανισμούς συνυπάρχουν πολύ μεγάλη
αναπαραγωγική δύναμη και πλήρης απουσία γενετήσιας έλξεως, ακριβώς επειδή τα
φύλα δεν είναι διαφοροποιημένα. Όσο οι οργανισμοί εξελίσσονται, η γενετήσια
έλξη αυξάνεται ενώ η αναπαραγωγική δύναμη μειώνεται, έως ότου, στην κορυφή της
δημιουργίας, στον άνθρωπο, εμφανίζεται η ισχυρότερη αγάπη ακόμη και όταν δεν
υπάρχει καθόλου αναπαραγωγή. Εάν, λοιπόν, στα δύο άκρα της ζωικής ζωής
συναντούμε αφενός αναπαραγωγή χωρίς ερωτική αγάπη και αφετέρου ερωτική αγάπη
χωρίς αναπαραγωγή, είναι φανερό ότι τα δύο αυτά φαινόμενα δεν συνδέονται
αδιάσπαστα μεταξύ τους. Καθένα διαθέτει τη δική του σημασία, και η αναπαραγωγή
δεν αποτελεί τον ουσιώδη σκοπό της γενετήσιας ζωής στις ανώτερες μορφές της. Στον
άνθρωπο, η διαφοροποίηση των φύλων αποκτά νόημα ανεξάρτητα από το είδος, την
κοινωνία και το κοινό καλό. Βεβαίως, ανάμεσα στη γενετήσια λειτουργία και την
τεκνογονία υπάρχει άμεση φυσική σχέση· αυτή καθορίζει τη γενετήσια έλξη, η
οποία συνήθως είναι ενστικτώδης, απρόσωπη και κοινή σε ολόκληρο το ζωικό
βασίλειο. Αυτή η δύναμη του είδους επάνω στο άτομο υποβιβάζει τα πρόσωπα σε μια
απλή βιολογική λειτουργία, επιδεκτική αναρίθμητων υποκαταστάσεων. Σε αυτό το
επίπεδο, η γενετήσια ζωή φέρει ολοφάνερα το στίγμα της πτώσεως του ανθρώπου. Τόσο
η διατήρηση του είδους όσο και η εγωιστική γενετήσια ηδονή υποβιβάζουν τον
σύντροφο σε απλό εργαλείο και καταστρέφουν την προσωπική του αξιοπρέπεια. Μόνο
η αγάπη προσδίδει στον γάμο πνευματικό νόημα και τον δικαιώνει, υψώνοντάς τον
μέχρι του σημείου να αντικρίζει το πρόσωπο του αγαπωμένου μέσα στον Θεό, ως τη
μοναδική και ανεπανάληπτη εικόνα. Η Εκκλησία, θεσπίζοντας τον μοναχισμό,
ομολογεί αλάθητα την απόλυτη αξία του προσώπου έναντι του κοινωνικού συνόλου. Το
ίδιο επαναλαμβάνει και με τον αγιασμό του μοναδικού προσώπου των δύο, τοποθετώντας
αυτή τη χειροτονία, θα λέγαμε, στο κέντρο του μυστηρίου του γάμου.
Η συζυγική αγάπη πηγάζει από την πνευματική εσωτερικότητα και στρέφεται προς τα
έσω. Η ορατή της διάσταση δεν είναι παρά η εξωτερική της έκφραση. Η αόρατη
διάστασή της είναι προσιτή μόνο στην πίστη, επειδή η πίστη είναι ακριβώς η
αντίληψη των αοράτων. «Μέσα στη θέα του αγαπημένου αυξάνεται η αγάπη», λέγει ο
Θεοδώρητος.
«Εκείνος που αγαπά έχει έναν άλλον εαυτό», διακηρύσσει ο άγιος Ιωάννης ο
Χρυσόστομος. Χωρίς να χρειάζεται να πολλαπλασιάσει κανείς τις παραπομπές,
μπορεί να διακρίνει ολόκληρη μία παράδοση, η οποία αναπτύχθηκε υπό τη σκιά μιας
ιδιαίτερης κενώσεως της αγάπης.
Ο Ωριγένης τονίζει ότι είναι ο ίδιος ο Θεός εκείνος που ενώνει τους δύο σε
έναν.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος βλέπει σε κάθε γάμο την εικόνα του γάμου της Κανά
και, επομένως, την πραγματική παρουσία του Χριστού.
«Ο Κύριος έρχεται πάντοτε εκεί για να επιτελέσει το ίδιο θαύμα», γράφει ο άγιος
Κύριλλος Αλεξανδρείας.
Ο άγιος Επιφάνιος δηλώνει:
«Ο Χριστός προσκλήθηκε για να περιβάλει τον γάμο με σωφροσύνη και να γεμίσει με
χάρη τις μελλοντικές θλίψεις.»
Στα Ηθικά Ποιήματά του ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος διδάσκει ότι ολόκληρος ο
ανθρώπινος πολιτισμός προέρχεται από τη συζυγική κοινωνία, «αλλά μέσα σε αυτήν
υπάρχει κάτι ακόμη ανώτερο και καλύτερο. Ο γάμος είναι το κλειδί που ανοίγει
την πύλη προς τη σωφροσύνη και την τέλεια αγάπη.»
Ο άνδρας και η γυναίκα πορεύονται ο ένας προς τον άλλον μέσω της αμοιβαίας
γνωριμίας, αποκαλύπτοντας ο ένας τον εαυτό του στον άλλον για μια κοινή
ανάβαση. Τίποτε δεν έρχεται να εξευγενίσει ή να νομιμοποιήσει αυτή τη σημασία,
και ακόμη λιγότερο να τη «συγχωρήσει». Αυτή επιβάλλεται βασιλικά πριν από την
τεκνογονία ή ακόμη και ανεξάρτητα από αυτήν. Από αυτή την υπερχειλίζουσα
πληρότητα μπορεί να προέλθει το παιδί ως καρπός. Δεν είναι όμως η τεκνογονία
εκείνη που καθορίζει και θεμελιώνει την αξία του γάμου.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει:
«Όταν δεν υπάρχουν παιδιά, δεν είναι άραγε δύο οι σύζυγοι; Βεβαίως είναι· διότι
η ένωσή τους επιφέρει αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα: αναμειγνύει και συγχωνεύει τα
σώματα και των δύο. Όπως όταν κάποιος ρίξει μύρο μέσα στο λάδι και όλο γίνεται
ένα, έτσι συμβαίνει και εδώ.»
Και συνεχίζει:
«Δύο ψυχές ενωμένες με αυτόν τον τρόπο δεν έχουν να φοβηθούν τίποτε. Με την
ομόνοια, την ειρήνη και την αμοιβαία αγάπη, άνδρας και γυναίκα κατέχουν όλα τα
αγαθά. Ζουν πίσω από το απόρθητο τείχος που τους προστατεύει, δηλαδή την κατά
Θεόν αγάπη. Με τη χάρη της αγάπης γίνονται σκληρότεροι από το διαμάντι και
ισχυρότεροι από τον σίδηρο· πλέουν μέσα στην αφθονία, κατευθύνονται προς την
αιώνια δόξα και ελκύουν ολοένα περισσότερη χάρη από τον Θεό.»
Ο γάμος είναι «η εσωτάτη ένωση δύο ζωών», είναι «το μυστήριο της αγάπης».

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου